Menu
RSS

Βιώνουμε την εποχή της νέας κανονι(στι)κότητας; Αργυρώ Τέγουτζικ, Ειρηνοδίκης Β'

 

Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που διατυπώνει την άποψη του χωρισμού των λειτουργιών δηλ. των ενεργειών μιας ευνομούμενης πολιτείας σε τρεις (3) κατηγορίες: νομοθετική , εκτελεστική και δικαστική, ενώ στα Πολιτικά του καταγράφει τις παρεκβάσεις των πολιτευμάτων.

Όσον αφορά τη δικαιοσύνη, αφιερώνει ολόκληρο το πέμπτο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων και τη δικαιοσύνη την ορίζει ως αγαθό που δεν στοχεύει στην ευδαιμονία εκείνου που την ασκεί, αλλά στον άλλο άνθρωπο.

Η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών στο Σύνταγμα της Ελλάδος, μορφοποιείται και εδραιώνεται στη διατύπωση του άρθρ.26 Σ απ΄όπου προκύπτει, όπως κι από άλλα σημεία του συντάγματος συνάγεται ερμηνευτικά, ότι είναι καθοριστική για την Οργάνωση της Πολιτείας. Εξ΄αυτής της αρχής, μεταξύ άλλων, προκύπτει η εγγύση και κατοχύρωση του κράτους δικαίου που διέπει τις ρυθμίσεις του συντάγματος. Οι μεταξύ άλλων εγγυήσεις του ουσιαστικού κράτους δικαίου προκύπτουν όμως κι από διάφορες άλλες διατάξεις του συντάγματος, όπως π.χ. άρθρ.2 παρ.1 που θεσπίζει την προστασία της αξίας του ανθρώπου, άρθρ.25 παρ.1,2, άρθρ.85 παρ.2 όπου αναγνωρίζεται στους δικαστές το δικαίωμα του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και του άρθρ.120 παρ. 4 όπου προβλέπεται η αντίσταση κατά της αρχής ως ΔΙΚΑΙΩΜΑ και ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ του πολίτη, όταν επιχειρείται η κατάλυση του συντάγματος. Ταύτα δε, δημιουργούνται ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ προσπάθειας κατάλυσης του συντάγματος, έστω κι αν αυτή η προσπάθεια παρουσιάζεται νομότυπη ( σ.258 Συντ. Δίκαιο Τσάτσου, εκδ. Σάκκουλα).

Άπαντες γνωρίζουμε τι σημαίνει η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών και ποιες λειτουργίες επιτελεί το κάθε ένα από τα αρμόδια όργανα. Η βουλή νομοθετεί (κυρίως) και ασκεί τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, η εκτελεστική εξουσία ασκεί τη διοίκηση (κατά βάσιν) και η δικαστική τηρεί κι εφαρμόζει το δίκαιον και τους νόμους.

Την ως άνω αρχή, έρχεται σήμερα (εδώ κι ένδεκα μήνες σχεδόν) να διαταράξει ή καλύτερα κλονίσει μια σειρά από εκδόσεις Π.Ν.Π. υπό της Προέδρου της Δημοκρατίας, όπου βάσει αυτών εκδίδονται σωρεία διοικητικών πράξεων και διαταγμάτων τα οποία στην ουσία υπερσκελίζουν το νομοθετικό έργο της βουλής και αποκτώντας την ισχύ τυπικού νόμου, βάσει της διαδικασίας του άρθρ.44 παρ.1, υποκαθιστούν-αν μη τι άλλο- όλους τους προγενέστερους θεσπιζομένους νόμους. Η σωστή λέξη στην προηγούμενη πρόταση θα ήταν «αφανίζουν» αν όχι «καταλύουν». Και εξηγούμαι:

Με αφορμή λοιπόν την «κρίση της πανδημίας» στη χώρα μας, η εκτελεστική εξουσία από τον Μάρτιο του 2020, επέλεξε να κάνει χρήση της διάταξης του άρθρου 44 παρ.1 Σ για την έκδοση Π.Ν.Π. από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας με προσυπογραφή, ήτοι αποφασιστική αρμοδιότητα, της Κυβέρνησης προς αντιμετώπιση «έκτακτης περίπτωσης εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης». Δεν υπήρξε καταφυγή στη διάταξη του άρθρ.48 Σ (κήρυξη κατάστασης πολιορκίας). Δηλαδή, μέχρι σήμερα εδώ και ένδεκα (11) μήνες σχεδόν η Κυβέρνηση (ως Κράτος) προβαίνει σε λήψη μέτρων (κατά covid) και ασκεί τη διοίκηση ( την κατά covid), προφασιζόμενη εδώ και 11 συναπτούς μήνες το εξαιρετικό και επείγον της κατάστασης (ούτε το σύνδρομο του Θουκυδίδη να βιώναμε, όπου ειρήσθω, τότε, ουδέν μέτρο ανάλογο ελήφθη ή επεβλήθη). Βεβαίως, η διάταξη του άρθρ.44 παρ.1 του Σ, εισάγουσα απόκλιση από την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, και ερμηνευομένη ως εκ τούτου, υπό το φως του άρθρ.26 παρ.1 Σ, έχει την έννοια ότι εκχωρείται μεν προσωρινή αρμοδιότης του Προέδρου της Δημοκρατίας να ασκεί κανονιστική εξουσία χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση, τούτο όμως επιτρέπεται υπό τον όρο ότι συντρέχουν «έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης» δηλ., περιπτώσεις που συνιστούν αντικειμενική αδυναμία της βουλής, ένεκα χρονικών πιέσεων, να ασκήσει τη λειτουργία της. Με τη ρύθμιση αυτή δηλαδή, δεν ανατίθεται παράλληλη και προσωρινή νομοθετική αρμοδιότης στον Αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά απλώς παρέχεται σ΄αυτόν συνταγματική, αντί νομοθετικής, εξουσιοδότηση να ασκεί κανονιστική εξουσία υπό αυστηρές προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων δέον να ελέγχεται από τον ακυρωτικό δικαστή, σε περίπτωση νόμιμης προσφυγής. Ο έλεγχος αυτός είναι αυτονόητος και αναγκαίος προς διασφάλιση των αρχών του κράτους δικαίου και προς αποφυγή της αλλοιώσεως του πολιτεύματος από τον κίνδυνο καταχρηστικής προσφυγής στην εξαιρετική διαδικασία του άρθρ.44 παρ.1 Σ.

Ωστόσο, αυτή η προσωρινή, όπως υπογράμμισα, αρμοδιότης της κυβέρνησης δια μέσου της Προέδρου της Δημοκρατίας, μόνο προσωρινή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί αφού, διαρκεί εδώ και 11 συναπτούς μήνες, ενώ ο δικαστικός έλεγχος των αυστηρών προϋποθέσεων ελλείπει. Άραγε, η τήρηση των αυστηρών προϋποθέσεων επαφίεται στο αν θα χαρακτηρίσει η ίδια η εκτελεστική εξουσία την κατάσταση εξαιρετικά επείγουσα και απρόβλεπτη. Για να το κάνει αυτό, εδώ και 11 μήνες βασίζεται στην εκτίμηση και γνωμοδότηση μιας επιτροπής εμπειρογνωμόνων υγείας που η ίδια η εκτελεστική εξουσία θέσπισε και διόρισε.

Τώρα, πώς εκτιμά και κατόπιν γνωμοδοτεί η ως άνω επιτροπή; Βάσει των ημερησίων στοιχείων που λαμβάνει από τον ΕΟΔΥ. Ωστόσο, μέλη της επιτροπής εμπειρογνωμόνων, έχουν υποστηρίξει δημοσίως ότι υπάρχει έλλειμμα στοιχείων, καθώς δεν ανακοινώνονται από τον ΕΟΔΥ τα ημερήσια τεστ που γίνονται ανά περιοχή: ο αριθμός των δεδομένων που τους δίδεται είναι ελλειπής, καθώς στον αριθμό κρουσμάτων δεν υπάρχει ο παρανομαστής, δηλ. ο αριθμός των δειγμάτων. Είναι απαραίτητος ο παρανομαστής για να βγάλει η επιτροπή συμπεράσματα και να ξέρει τη θετικότητα κάθε περιοχής. Επίσης, η επιτροπή δε γνωρίζει πόσα είναι τα μοριακά και πόσα τα rapid test από αυτά. Δεν υπάρχουν αυτά σε καμία ανακοίνωση. Έπρεπε να υπάρχουν δημόσια τα στοιχεία στην ημερήσια έκθεση, πλην όμως κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Από την άλλη, μια απλή και στοιχειώδης δικαστική έρευνα ή εισαγγελική παραγγελία για προκαταρκτική έρευνα θα διαπιστώσει και ανακαλύψει την ακαταλληλότητα των ως άνω rapid test τα οποία ονομάζονται PCR (Polymerace Chain Reaction) για την ανίχνευση του covid-19, καθώς αυτά είναι απολύτως ανίκανα να ανιχνεύουν όχι μόνο τον συγκεκριμένο ιό, αλλά κι οποιαδήποτε μολυσματική ασθένεια. Τα λεγόμενα rapid test (PCR), στα οποία βασίζεται η δοτή επιτροπή εμπειρογνωμόνων προκειμένου να μας πείσει ότι είναι μονόδρομος η επιβολή αυστηρών μέτρων περιορισμού (και μάλιστα των τριών πιο αυστηρών που ισχύουν παγκοσμίως μετά τη Βενεζουέλα και τη Μογγολία, σύμφωνα με δημοσιευθείσα στις 15/12/2020 έρευνα του πανεπιστημίου της Οξφόρδης) που αναστέλλουν βασικές διατάξεις του συντάγματος, σχετικά με τις ανθρώπινες αξίες κι ελευθερίες του ατόμου, εφευρέθηκαν το 1985 από τον Karry Mullis όχι για ιατρικές διαγνώσεις, διότι δεν ενδείκνυνται, αλλά ως μια ισχυρή κατασκευή για ερευνητικούς σκοπούς στα εργαστήρια, αποτελώντας απλά μια μέθοδο θερμικής ανακύκλωσης που χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει έως και δισεκατομμύρια αντίγραφα ενός συγκεκριμένου δείγματος DNA, καθιστώντας το αρκετά μεγάλο για μελέτη. Η χρήση του επικουρεί την βιοϊατρική έρευνα και την ποινική εγκληματολογία, αλλά δεν συνιστάται για ιατρική διάγνωση, όπως έλεγε και τόνιζε ο ίδιος ο εφευρέτης του. Ουδέποτε δε, πήρε έγκριση για κάτι τέτοιο. Ήδη, πολλοί επιστήμονες της ιατρικής, γενετικής και βιοϊατρικής, από την εσωτερική και διεθνή κοινότητα, στους οποίους δεν δίδεται βήμα επίσημα ενώ λοιδωρούνται και κατηγορούνται σκόπιμα ή τουλάχιστον αποκρύβονται, συμφωνούν ότι η επιδημία κακώς και σκόπιμα παρουσιάσθηκε και εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως πανδημία, ενώ έχει ήδη τελειώσει εδώ και μήνες. Ο δε πραγματικός αριθμός των κρουσμάτων ήταν πολύ μικρότερος απ΄αυτόν που παρουσίαζαν και παρουσιάζουν τα ΜΜΕ και η θνησιμότητα πολύ μικρότερη από άλλες κατά καιρούς γρίπες ή την εποχική γρίπη και «γι΄αυτό δεν χρειάζεται να έχει ιδιαίτερη θέση στην Ιατρική σαν θανατηφόρος ιός», δρ.Sucharit Βhakdi ,ειδικός μικροβιολόγος, ιολόγος, ανοσολόγος, επιδημιολόγος-λοιμωξιολόγος (δήλωση στο Διεθνές Διεπιστημονικό Συνέδριο στις 20/9/2020). Συνεπώς, είναι απορίας άξιον πώς βγάζει συμπεράσματα, μορφώνει κρίση και γνωμοδοτεί η επιτροπή εμπειρογνωμόνων και ελέω αυτής και βάση αυτής, λαμβάνονται εδώ και 11 μήνες όλα αυτά τα απαγορευτικά και περιοριστικά μέτρα; Σε τι συνίσταται το άμεσο και επείγον; Συντρέχουν οι αυστηρές προϋποθέσεις του νόμου; Εντωμεταξύ, από τις 30/11/2020 διενεργείται προκαταρκτική έρευνα από τον εισαγγελέα κ. Νίκο Ορνεράκη με ειδική εντολή και παραγγελία της Προϊσταμένης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών κ. Σωτηρία Παπαγεωργοκοπούλου, για το αν υπάρχει διπλό σύστημα καταγραφής κρουσμάτων από τον ΕΟΔΥ. Όπως γνωρίζετε, η καταγγελία είναι σοβαρή και κρίσιμη και θέτει εν αμφιβόλλω περαιτέρω του εάν και κατά πόσον υπάρχει εξαιρετικά επείγουσα κατάσταση και απρόβλεπτη ανάγκη. Βέβαια, είναι νομίζω φαιδρό να μιλούμε για απρόβλεπτη ανάγκη μετά από 11 μήνες, καθώς η ανάγκη (εάν υπάρχει) έχει ήδη προκύψει και υποτίθεται είναι γνωστή, τη βιώνουμε (έστω και λεκτικά ή εικονικά και ξέρουμε περί τίνος πρόκειται.

Και βάσει όλων των ανωτέρω, η εν αμφιβόλλω και εν πλήρη συγχύσει εξαιρετικά επείγουσα κατάσταση, εξακολουθεί να μας περιορίζει και να μας απογυμνώνει. Η ζωή πλέον όλον αυτόν τον καιρό έχει μειωθεί στο επίπεδο μιας καθαρά βιολογικής συνθήκης κι έχει χάσει όχι μόνο την πολιτική της διάσταση, αλλά κι οποιαδήποτε ανθρώπινη διάσταση. Μια κοινωνία η οποία ζει σε μια μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν μπορεί ν΄αποτελεί μια ελεύθερη κοινωνία. Ζούμε σε μια κοινωνία η οποία έχει θυσιάσει την ελευθερία της υπέρ των υποτιθέμενων λόγων «ασφαλείας» κι έτσι καταδικάζεται να ζει αδιάκοπα μέσα σε μια κατάσταση φόβου και ανασφάλειας. Τι είναι μια κοινωνία η οποία πιστεύει μόνο στην επιβίωση; Μια ζωή γυμνή που θυσιάζει όλες τις κανονικές συνθήκες, κοινωνικές σχέσεις, συναισθήματα, πνευματικότητα, μπροστά στον κίνδυνο μόλυνσης. Βιώνουμε μια έκνομη κατάσταση απ΄όπου ελλείπει ο πολιτισμός, η ελευθερία και η αξιοπρέπεια. Ου δει ένεκα του κινδύνου πράττειν τι ανελεύθερον (Πλάτων).

Όπως ρητά ομολογήθηκε κατά τη σχετική συζήτηση του άρθρου στη βουλή (άρθρ.44 παρ.1 Σ), η διάταξη αυτή επιχειρεί να συγκαλύψει και να νομιμοποιήσει μια ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ του παρελθόντος, όταν μολονότι το Σύνταγμα του 1952 δεν περιείχε σχετική πρόβλεψη, το υπουργικό συμβούλιο εξέδιδε πράξεις με νομοθετικό περιεχόμενο που αργότερα τις κύρωνε η βουλή (σ. 141-142, Συντ. Δίκαιο Δημ. Τσάτσου, εκδ. Σάκκουλα).

Στην πρόσφατη Έκθεση της Επιτροπής της Βενετίας τέθηκαν υπό συγκριτική επισκόπηση τα μέτρα που έχουν υϊοθετήσει τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας σε συνάρτηση με τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα. «Επιτροπή της Βενετίας» ονομάζεται η ΕυρωπαΪκή Επιτροπή για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου, η οποία αποτελεί ανεξάρτητο όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τη χώρα μας εκπροσωπεί ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, κ. Νίκος Αλιβιζάτος. Συγκεκριμένα, η εξέταση αφορούσε στο εάν και σε ποιο βαθμό εξακολουθούν να λειτουργούν ικανοποιητικά, εν μέσω υγειονομικής κατάστασης ανάγκης, τα θεσμικά αντίβαρα (checks and balances), ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, απρόσκοπτη διεξαγωγή των εκλογικών αναμετρήσεων και η πλήρης αποτελεσματική δικαστική προστασία των εθνικά και υπερεθνικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων-ελευθεριών.

Διαπιστώθηκε ότι στη χώρα μας, εξαρχής αξιοποιήθηκε η θεσμική δυνατότητα που παρέχει το άρθρ.44 παρ.1 Σ για την έκδοση Π.Ν.Π. από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας με προσυπογραφή, όπως στην αρχή αναφέρθηκε, δηλ. η de facto κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Η έκθεση της Επιτροπής της Βενετίας, πάντως, φαίνεται να προκρίνει την de jure κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης, εξαιτίας του γεγονότος ότι συνοδεύεται από τις ακόλουθες αυστηρές εγγυήσεις: την υποχρέωση ενημέρωσης των αρμόδιων οργάνων του Συμβουλίου της Ευρώπης (Γενικός Γραμματέας), την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση της απολύτως αναγκαίας παρέκκλισης από τη συνήθη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και τον εξ ορισμού προσωρινό χαρακτήρα της απόκλισης από τον «κανόνα». Απεναντίας, η de facto κατάσταση έκτακτης ανάγκης δηλ. η εξουσία να κηρύσσει το αρμόδιο πολιτειακό όργανο με απόφασή του κατάσταση εξαίρεσης, κρίνεται ανεπαρκής για τη διαφύλαξη των εγγυήσεων του φιλελεύθερου και δημοκρατικού κράτους δικαίου. Η Επιτροπή της Βενετίας θέτει μια σειρά δικλείδων ασφαλείας στις οποίες οφείλουν ν΄ανταποκρίνονται οι ρυθμίσεις της –τεχνοκρατικά αναβαθμισμένης και πολιτικά ενισχυμένης- εκτελεστικής εξουσίας σε «καιρούς κρίσης». Τα αρμόδια όργανα δέον να ελέγχονται με στόχο την αποφυγή κατάχρησης εξουσίας. Συνεπώς, οι εξαιρετικές ρυθμίσεις που θέτουν θα πρέπει να πληρούν τους όρους της προσήκουσας αιτιολόγησης, της ασφάλειας δικαίου, της απαγόρευσης διακρίσεων, της ισότητας όλων ενώπιον του νόμου (γενικός και αντικειμενικός χαρακτήρας των ρυθμίσεων) και, φυσικά, της τήρησης του ανάλογου μέτρου ανάμεσα στην έκταση των περιορισμών και στον επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος που συντρέχει (δημόσια υγεία). Η προσφορότητα (καταλληλότητα του μέτρου σε συνάρτηση με τον επιδιωκόμενο σκοπό), η αναγκαιότητα (έλλειψη ηπιότερων εναλλακτικών μέσων για την επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος) και η strict sensus αναλογία (το κοινωνικό όφελος από τη λήψη των περιοριστικών μέτρων να υπερβαίνει το αθροιστικά προκαλούμενο κόστος), δεν μπορεί παρά να εξετάζεται σε συσχέτιση με τη χρονική εμβέλεια των μέτρων. Όσο παρατείνεται, λοιπόν, η κατάσταση ανάγκης, τόσο πιο επιτακτικός και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένος οφείλει να είναι ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος που λειτουργεί ως ratio για τη θέσπιση περιορισμών στην ελευθερία κίνησης, την οικονομική-επαγγελματική ελευθερία, την ελευθερία του συνέρχεσθαι, την ελευθερία των θρησκευτικών συναθροίσεων κλπ.

Η πολιτικά υπεύθυνη κυβέρνηση επιχειρεί να νομιμοποιήσει την αυξημένη εξουσία που απολαμβάνει σε καιρούς «κρίσης» μέσα από τον λόγο (εργαλειακός ορθολογισμός και discourse συνάμα) της τεχνοκρατικής ειδημοσύνης. Προσδίδει οιονεί θεσμικό χαρακτήρα σε ανεπίσημες διαδικασίες (λ.χ. συναντήσεις με την επιτροπή ειδικών και γνωμοδοτήσεις αυτών), αποδυναμώνοντας, παράλληλα, τον παραδοσιακό κοινοβουλευτικό έλεγχο της δράσης της. Ελλοχεύει έτσι, ο κίνδυνος υποκατάστασης της δημοκρατικής διαβούλευσης από την «αυταπόδεικτη» αποτελεσματικότητα. Αποκρύπτεται βέβαια, το γεγονός ότι δεν πρόκειται για ομοφωνία όλων των λοιμωξιολόγων σαν να πρόκειται για φυσικό φαινόμενο, αλλά για συνθήκες πρωτοφανούς επιστημονικής αβεβαιότητας και κατά πλειοψηφία κρίση των συγκεκριμένων λοιμωξιολόγων που έχουν επιλεγεί από την πολιτικά υπεύθυνη κυβέρνηση. Έτι περαιτέρω, τα πορίσματά τους αν και αξιοποιούνται ως η βασική αιτιολόγηση των ρυθμίσεων της κανονιστικώς δρώσας διοίκησης, δε δημοσιεύονται, αλλά ούτε και εξάγονται ασφαλώς και τεκμηριωμένα (καθόσον υπάρχουν ελλειπή και ανακριβή στοιχεία αμφιβόλλου εγκυρότητας από τις αναφορές του ΕΟΔΥ, ως προείπα) με αποτέλεσμα να εξασθενεί η λογοδοσία των κυβερνώντων απέναντι στους πολίτες.

Όπως διατυπώνεται ρητά και απερίφραστα στην Έκθεση, «το κοινοβούλιο πρέπει να παραμένει το κέντρο της πολιτικής ζωής (σ.19) ανεξαρτήτως συνθηκών».

Η δε πρόεδρος της Επιτροπής Ursula von der Leyen δήλωσε στις 31 Μαρτίου 2020 ότι «κάθε μέτρο έκτακτης ανάγκης πρέπει να περιορίζεται σε ό,τι είναι αναγκαίο και να είναι απολύτως αναλογικό, ενώ δεν μπορεί να διαρκεί επ΄αόριστον. Επιπλέον, οι κυβερνήσεις πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα μέτρα αυτά υπόκεινται σε τακτικό έλεγχο».

Εξάλλου, η Επιτροπή της Βενετίας, στην παρ. 49 της ενδιάμεσης έκθεσης, υπογραμμίζει ότι η επανεξέταση της κήρυξης και η παράταση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, καθώς και η ενεργοποίηση και εφαρμογή των εξουσιών έκτακτης ανάγκης, είναι ζωτικής σημασίας και ότι θα πρέπει να είναι δυνατός ο κοινοβουλευτικός και δικαστικός έλεγχος. Εξάλλου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με το ψήφισμά του της 13ης Νοεμβρίου 2020 σχετικά με τον αντίκτυπο των μέτρων κατά της covid-19 στη δημοκρατία, τα θεμελιώδη δικαιώματα και το κράτος δικαίου καλεί τα κράτη-μέλη (μεταξύ άλλων):

-να εξετάσουν το ενδεχόμενο εξόδου από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή να περιορίσουν με άλλο τρόπο τις επιπτώσει της στη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα,

-να αξιολογήσουν τους συνταγματικούς και θεσμικούς κανόνες που ισχύουν στην εθνική τους τάξη υπό το πρίσμα των συστάσεων της Επιτροπής της Βενετίας, για παράδειγμα μεταβαίνοντας από μια de facto κατάσταση έκτακτης ανάγκης που βασίζεται στο κοινό δίκαιο σε μια de jure κατάσταση έκτακτης ανάγκης που βασίζεται στο σύνταγμα, παρέχοντας έτσι καλύτερες εγγυήσεις για τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Να ορίσουν ρητά σε νομοθετική πράξη , όπου διατηρείται η de facto κατάσταση έκτακτης ανάγκης , τους στόχους, το περιεχόμενο και την έκταση της εκχώρησης εξουσίας από τον νομοθετικό βραχίονα στον εκτελεστικό,

-να διασφαλίσουν ότι τόσο η κήρυξη και η πιθανή παράταση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, αφενός, όσο κι η ενεργοποίηση και εφαρμογή των εξουσιών έκτακτης ανάγκης, αφετέρου, υπόκεινται σε αποτελεσματικό κοινοβουλευτικό έλεγχο και δικαστικό, τόσο εσωτερικό όσο και εξωτερικό, και να διασφαλίσουν ότι τα κοινοβούλια έχουν το δικαίωμα να διακόψουν την κατάσταση έκτακτης ανάγκης ( σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση της 8ης Οκτωβρίου 2020 (CDL-AD(2020) 018) παράγραφοι 59-62 κλπ..

Στη χώρα μας, η βουλή, παράλληλα με τη νομοθετική της αρμοδιότητα, έχει επίσης ως πρωταρχικό έργο τον ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ. Οι βασικές πράξεις κοινοβουλευτικού ελέγχου ορίζονται από το σύνταγμα.

Αλήθεια, τους 300 της βουλής, όλον αυτόν τον καιρό, γιατί τους πληρώνουμε; Ποιος ο ενεργός ρόλος των βουλευτών σήμερα; Εξακολουθεί να ισχύει σήμερα το άρθρ.1 του συντάγματος; Εξακολουθεί να ισχύει το ίδιο το σύνταγμα της Ελλάδας ή ισχύει «l’ etat c’ est mois»; Ή μήπως η κατά Σμιτ κυριαρχία,όπου με την αναστολή των νόμων και την κήρυξη του καθεστώτος εξαίρεσης, η κυριαρχία γίνεται αυτόνομη, ανεξάρτητη και αυτοθεσπιζόμενη;

Η οποιαδήποτε παράκαμψη του κοινοβουλίου, αποτελεί κακοποίηση του πολιτεύματος με σύγχρονη επιβολή συνεχών μέτρων απαγόρευσης, με ταχύτατους ρυθμούς και πολύτροπα. Στην κυριολεξία δεν προλαβαίνει ο πολίτης να πάρει ανάσα και να ανασυγκροτηθεί.

Ασκείται μία βίαιη εξουσία επί του σώματος (περιορισμός μετακινήσεων, χρήση μάσκας παντού, μη επιτρεπτές αθλητικές δραστηριότητες, απαγόρευση σωματικών επαφών κ.ά.), επί  του πνεύματος (τέλεια κατάλυση κι απαγόρευση κάθε πνευματικής εκδήλωσης), επί της διανόησης και κριτικής σκέψης και συλλογιστικής (εκμηδενισμός κάθε αντίθετης απόπειρας σκέψης και αντίδρασης), επί της υπάρξεως συνολικά, η οποία έχει ιατρικοποιηθεί. Επί πλέον, η ύπαρξη του κάθε πολίτη έχει υποστεί ασφυκτική πίεση καθημερινή και 24 ωρη, με την τεχνολογία και τα ΜΜΕ να συμβάλουν αποφασιστικά σε όλα αυτά, όπου η μεν πρώτη αδρανοποιεί και δημιουργεί εξαρτώμενους άνοους εγκεφάλους, η δε δεύτερη, παίζει αποφασιστικό ρόλο στην καθυποταγή και στον εκφοβισμό του ατόμου.

Η δε επιβαλλόμενη φυσική και σωματική απομόνωση του ατόμου, σε συνδυασμό με την τακτική φόβου επί μακρόν, εκμηδενίζει την ατομική προσωπικότητα και όλα τα άτομα συγχωνεύονται ως μάζα σε μία ενιαία οντότητα σκέψης και συναισθήματος.

«Αν το άτομο χαρακτηρίζεται από την κριτική ικανότητα, τη συνείδηση και τη λογική, αν μπορεί να σκεφτεί και να αξιολογήσει τις καταστάσεις και τη θέση του μέσα σ΄αυτές, στη μάζα όλα τα άτομα εξισώνονται προς τα κάτω» Gustav le bon “Η ψυχολογία των μαζών”.

Σε όλο αυτό το καθεστώς άγνοιας και τρόμου που τεχνιέντως μας καθοδήγησε η κυρίαρχη εκτελεστική εξουσία, η τάξη των ειδημόνων και των λειτουργών της δικαιοσύνης τηρούμε «σιγή ιχθύος» λες και ηδονιζόμαστε με το να βλέπουμε τα αδαή άτομα να τρέμουν εγκλωβισμένα ψυχή τε και σώματι σ΄ένα πλέγμα μύθων και παραμυθιών με δράκους από τη μία και προστάτες από την άλλη.

Βλέπουμε και υφιστάμεθα καθημερινά επί 11 τραγικούς μήνες , την εκμηδένιση του ατόμου, την παραβίαση των ανθρωπίνων αξιών και δικαιωμάτων (που τόσο όμορφα και τεχνοκρατικά προστατεύονται κατά τ΄άλλα από το σύνταγμα, τους εθνικούς νόμους και πλήθος ευρωπαϊκών συνθηκών, οικουμενικές διακηρύξεις και Διεθνή σύμφωνα, ψηφίσματα, οδηγίες και συμβούλια), κι όμως σιωπούμε, εθελοτυφλούμε και κωφεύουμε «τυφλοί τα τ΄ώτα τον τε νουν, τα τ΄όμματα» γινόμαστε και παραπαίουμε ανάμεσα στο «αίσθημα ευθύνης και παραδειγματισμού» και στην ξιπασιά του λειτουργού της τρίτης εξουσίας, κρατώντας φιμωμένα τα στόματα και τις σκέψεις μας. Όμως, «ου γαρ εκπέλλει φρονείν μέγα όστις δούλος εστι των πέλας»(Σοφοκλής, Αντιγόνη). Διότι, εξανδραποδισθήκαμε και ημείς κι ας θεωρούμε ότι κρατούμε κάποια ηνία. Τις αλυσίδες μας κρατάμε κι ας μην τις βλέπουμε ή κάνουμε πως δεν τις βλέπουμε. Το μόνο που βλέπουμε είναι το έδαφος και τα πόδια μας, είτε από άγνοια είτε από φόβο που μας τον φυτεύσανε. Βέβαια, η άγνοια στον χώρο μας δεν συγχωρείται ούτε νοείται ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά τον σημερινό εκμαυλισμό που υφίσταται το δίκαιο και όσα ανωτέρω εξετέθησαν και παρ΄όλα αυτά καμία δικαστική έρευνα, εισαγγελική παραγγελία για έρευνα ή δικαστικός έλεγχος δε γίνεται. Καμία αντίσταση κατά της κατάλυσης του συντάγματος, το οποίο κακοποιείται βάναυσα τελευταία ή παρακάμπτεται άνομα. Μήπως έγινε πραξικόπημα και μόνο τα τανκς δεν είδαμε; Και ανεπαισθήτως «έκτισαν τα τείχη» και μεις «δεν ακούσαμε ποτέ κρότον ή ήχον»; Ενώ ακόμη «περιμένουμε τους βαρβάρους»; Καμία προσφυγή στο ΕΔΔΑ δεν έγινε! Άραγε, μήπως λοιπόν από φόβο; Μα ούτε αυτό επιτρέπεται και συγχωρείται στο χώρο μας, διότι είμαστε ΓΝΩΣΤΕΣ. Γνωρίζουμε καλύτερα από τον καθένα τους θεσμούς, τους νόμους και τα δικαιώματα των πολιτών. Μπορούμε να απαιτήσουμε την τήρηση των νόμων και του συντάγματος με τον πλέον νόμιμο τρόπο, και είμαστε ανεξάρτητοι, τίποτα δεν θα έπρεπε να μας φοβίζει . τίποτα δεν θα έπρεπε να μας αναγκάσει να σκύψουμε τον τράχηλον. Παρ΄όλα αυτά, τον σκύβουμε! Αιδώς Αργείοι!!!

  Τελειώνω με τον αγαπημένο μου δάσκαλο και σεπτό πανεπιστήμονα Αριστοτέλη:

«το ξεχείλωμα των νόμων προκειμένου να προωθούνται συγκεκριμένα συμφέροντα (ή πολύ περισσότερο, η θέσπιση άδικων νόμων για τους ίδιους λόγους) δεν προδίδει μόνο μια κοινωνία αρπακτικών, αλλά, πρωτίστως, μια κοινωνία ηλιθίων».

Φευ!

Ενδεικτικά θέτω υπ΄όψιν όσων ενδιαφερθούν προς έρευνα, συλλογή στοιχείων, σύγκρισυη, ανάλυση, ενημέρωση, νομική βασιμότητα ή απλή πληροφόρηση, πέραν των μονοφωνικών δεδομένων που λαμβάνουμε καθημερινά και επιπλέον των όσων αναφέρθηκαν στο περιεχόμενο του παρόντος:

1."Διεθνής μήνυση για το σκάνδαλο του κορωναϊού" , you tube, Reiner Fullmich, δικηγόρος Γερμανίας,
2. Συνέντευξη του δρ. Ιωαννίδη, καθηγητή στο Στάνφορντ της ιατρικής στατιστικής,
3. Συνέντευξη του ερευνητή David Icke και
4. άρθρ. 134 επ. Π.Κ. «περί εσχάτης προδοσίας».

Μετά  τιμής,
Αργυρώ Τέγουτζικ, Ειρηνοδίκης Β΄.

 

ΠΗΓΗ: sibilla.gr

Read more...

Το οριστικό τέλος της δημοκρατίας

Του Αναστάσιου Κώνστα *
 
Παρατίθεται απόσπασμα από την απόφαση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος σχετικά με το νομοσχέδιο που προωθείται με κυβερνητική πρωτοβουλία:
 
"Α. Σχετικά με τις διατάξεις του σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις», επισημαίνει τα εξής:
 
1. Η Συντονιστική Επιτροπή θεωρεί θεμελιώδους σημασίας την προστασία που παρέχει το άρθρο 11 του Συντάγματος για την άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και τη διενέργεια δημοσίων συναθροίσεων. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή καταλείπονται στον κοινό νομοθέτη στενά περιθώρια για τη ρύθμιση της άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος και ιδίως για τον περιορισμό του.
2. Η προληπτική πλήρης απαγόρευση των συναθροίσεων με απόφαση της Αστυνομικής ή Λιμενικής Αρχής πλήττει τον πυρήνα του δικαιώματος και βρίσκεται εκτός Συνταγματικού πλαισίου.
3. Οι περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος σε οποιαδήποτε φάση της συνάθροισης και ενόψει της απαιτούμενης στάθμισης που επιβάλλει η σύγκρουση συνταγματικών δικαιωμάτων, αφενός του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και αφετέρου του δικαιώματος συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή, πρέπει να γίνεται από τον αρμόδιο εισαγγελικό λειτουργό και υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων περιστάσεων, διαταράσσεται δυσανάλογα η οικονομική ζωή, ώστε να θεωρείται η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος προδήλως καταχρηστική.
4. Η παράβαση των νόμιμων υποχρεώσεων του οργανωτή μιας συνάθροισης δεν μπορεί να συνεπάγεται αντικειμενική ποινική ή αστική ευθύνη του, καθώς τούτο έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ενοχής και της υπαιτιότητας".
 
Είναι φανερό - παρά τη διπλωματική γλώσσα που χρησιμοποιείται στην ανακοίνωση - ότι το υπό ψήφιση νομοσχέδιο αντίκειται στο Σύνταγμα. Αποτελεί κλασική μεθόδευση έμπρακτης κατάργησης συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων η θέσπιση περιορισμών που ουσιαστικά καταργούν τον πυρήνα του δικαιώματος. Δημοκρατία χωρίς θεσπισμένο τρόπο δημόσιας λαϊκής διαφωνίας δεν υπάρχει. Τα δε μέσα αποθάρρυνσης των συναθροίσεων, όπως η αντικειμενική αστική και ποινική ευθύνη του διοργανωτή, σαφώς κατατείνουν στην κατάργηση των συναθροίσεων, αφού είναι αδύνατος ο πλήρης έλεγχος αυτών από τον εκάστοτε διοργανωτή.
 
Η παραπάνω απόφαση είναι κατά την άποψή μου ελλιπής. Δεν αρκεί η διαπίστωση του κινδύνου. Απαιτείται πρόσκληση προς τους πολίτες να περιφρουρήσουν τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος είναι θεσμικός φορέας και ex officio ένας από τους αρμόδιους φορείς για την προάσπισή τους. Ο ΔΣΑ έχει ισχυριστεί – και ορθά – στο παρελθόν ότι είναι ο μεγαλύτερος επιστημονικός σύλλογος στη χώρα. Θα έπρεπε λοιπόν να λάβει ξεκάθαρη θέση απέναντι στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο. Κατά την άποψη του γράφοντος πρέπει να ξεκαθαρίσει με ποιο μέρος της κοινωνίας είναι και κυρίως να είναι συνεπής στις θέσεις του. Διότι και αυτές εμφανίζονται εκ διαμέτρου αντίθετες, αφού, ενώ προσέφυγε κατά του 1ου μνημονίου και εξέδωσε την ανακοίνωση της 26-7-2010 διαπιστώνοντας πλήρη εκχώρηση της νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας στην τρόικα (κι επομένως κατάλυση του Συντάγματος), εντούτοις στο δημοψήφισμα της 5-7-2015 έλαβε θέση υπέρ του ΝΑΙ ερχόμενος σε πλήρη αντίθεση με το 61,3% της ελληνικής κοινωνίας. Δεν γίνεται λοιπόν να είσαι και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ...
 
Σε κάθε περίπτωση για τον απλό πολίτη η αντίδραση στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο είναι μονόδρομος. Τουλάχιστον για όσους πιστεύουν ότι στις δημοκρατίες υπάρχει δικαίωμα δημόσιας διαφωνίας και διαμαρτυρίας. Ο έλεγχος της εκάστοτε εξουσίας είναι κομβικός για τη λειτουργία ευνομούμενης και δημοκρατικής πολιτείας. Όταν καταργείται, η δημοκρατία φυλακίζεται.
 
Ποια δημοκρατία θα αναρωτηθούν δικαίως πολλοί. Δεν μπορώ να πω ότι θα έχουν άδικο, ιδίως με όσα ζούμε τα τελευταία δέκα χρόνια... Οι περιπτώσεις ευθείας παραβίασης του Συντάγματος είναι δυστυχώς πάμπολλες, ο δε μόνιμος χαρακτήρας τους παραπέμπει σε κατάλυση και όχι σε απλή παραβίαση του Συντάγματος. Ενδεικτικά ο τρόπος θέσπισης των μνημονίων, η υποβολή της χώρας σε ξένο δίκαιο και ξένα δικαστήρια, η ανοιχτή παραδοχή των κυβερνώντων ότι εκβιάστηκαν, ο πλήρης καθορισμός της οικονομικής πολιτικής της χώρας μας από τους ξένους, η υποθήκευση δημόσιας περιουσίας, η ανατροπή του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος της 5-7-2015 και η αποδοχή μη εισαγωγής προς ψήφιση νόμων χωρίς την προέγκριση των ξένων είναι λίγες μόνο αποδείξεις της κατάλυσης του Συντάγματος. Τεκμηρίωση των παραπάνω υπάρχει κατά κύριο λόγο σε πολλά κείμενα του συνταγματολόγου και καθηγητή Γ. Κασιμάτη, στην παλαιά στάση του ΔΣΑ σε σχέση με το 1ο μνημόνιο και στο βιβλίο “Το αγαπημένο μου Σύνταγμα” του πρώην Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασίλειου Νικόπουλου. 
 
Όλα αυτά συνιστούν ένα “παρασύνταγμα” που εμφανίζει πολλές αναλογίες με το πλαίσιο των μετεμφυλιακών διαταγμάτων, τα οποία ίσχυαν για αρκετό διάστημα παράλληλα με το Σύνταγμα του 1952 και σε πολλές περιπτώσεις το είχαν θέσει εκποδών. Σίγουρα πάντως δεν αποτελούν πρόοδο, ούτε ενδυνάμωση της έστω αντιπροσωπευτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η οποία ούτως ή άλλως στενάζει υπό το βάρος του περίφημου μπόνους των 50 εδρών, το οποίο ευθέως νοθεύει την έκφραση της λαϊκής βούλησης σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις από το 2009 κι έπειτα, καθιστώντας έτσι κενό γράμμα την υποτιθέμενη νομιμοποίηση όλων των κυβερνήσεων που εκλέχθηκαν έκτοτε.
 
Συμπερασματικά πρέπει να επισημανθεί ότι το υπό έγκριση νομοσχέδιο για τη “ρύθμιση” των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων είναι ένα ακόμα βήμα – ίσως η χαριστική βολή κατά την προσφιλή συνήθεια των αγαπημένων μας “εταίρων” - σε όσα ψήγματα δημοκρατίας είχαν απομείνει στη χειμαζόμενη πατρίδα μας.
 
Αν λοιπόν δεν βγούμε τώρα στους δρόμους, μετά δεν θα επιτρέπεται...
 
Όταν η αδικία γίνεται νόμος, η αντίσταση γίνεται καθήκον. 
 
*Αναστάσιος Κων. Κώνστας, Δικηγόρος Αθηνών παρ’ Αρείω Πάγω
 
 
Read more...

Ασφυκτικοί περιορισμοί και για το δικαίωμα της συνάθροισης. Μία πρώτη προσέγγιση του υπό διαβούλευση Σχεδίου Νόμου.

Ασφυκτικοί περιορισμοί και για το δικαίωμα της συνάθροισης.
Μία πρώτη προσέγγιση του υπό διαβούλευση Σχεδίου Νόμου.

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη,
Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Ιωάννας Ξυλιά, Προέδρου Πρωτοδικών

Η συνταγή είναι παλιά. Όταν το Κράτος θέλει να ενταφιάσει ένα συνταγματικό δικαίωμα δεν το κάνει ευθέως αφενός διότι εμποδίζεται από την δυσκίνητη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, αφετέρου διότι προκαλεί ανεξέλεγκτες κοινωνικές αντιδράσεις. Έχει όμως άλλα όπλα περισσότερο αποτελεσματικά. Εκδίδει εκτελεστικούς νόμους του Συντάγματος, οι οποίοι περιορίζουν τόσο ασφυκτικά μια συνταγματική διάταξη ώστε απομένει το κουφάρι της αποστεωμένο και κενό από κάθε ουσία. Κατά μία περίεργη σύμπτωση τα συνταγματικά δικαιώματα, που μπαίνουν στην μέγγενη των εκτελεστικών νόμων είναι τα δικαιώματα συλλογικής δράσης. Είναι πλέον γνωστό ότι οι νόμοι που ρυθμίζουν την άσκηση του συνταγματικού δικαιώματος στην απεργία (άρθρο 23 παρ. 2 Σ) οδήγησαν στην σταδιακή απονέκρωσή του αφού το 90% των απεργιών κρίνονται παράνομες ή καταχρηστικές (βλ. Χρ. Σεβαστίδη, το δικαίωμα απεργίας και ο δικαστικός έλεγχος της άσκησής του, έκδ. 2015, σελ. 9 επ). Χαριστική βολή το άρθρο 211 του ν. 4512/2018, τις αρνητικές συνέπειες του οποίου έγκαιρα επισημάναμε.

Στις 25 Φεβρουαρίου 2020 τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη για τις «δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις». Κατά την αιτιολογική έκθεση έρχεται να καλύψει «ένα αναμφίβολα υπαρκτό κενό στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Προφανώς όχι των ανθρώπων που συμμετέχουν στις συναθροίσεις. Πριν την κατάθεση του σχεδίου νόμου είχε δημιουργηθεί το κατάλληλο έδαφος για την στήριξή του από την κοινή γνώμη, που «αγανακτεί» όταν λίγες δεκάδες άτομα αποκλείουν το κέντρο μεγάλων πόλεων και εμποδίζουν την κοινωνικοοικονομική ζωή. Όμοια αγανάκτηση και όταν οι απεργοί δυσκολεύουν την καθημερινότητα των συμπολιτών τους. Ο κοινωνικός αυτοματισμός στο απόγειό του! Πέρα από το γεγονός ότι αποδέκτης του δικαιώματος είναι η κρατική εξουσία, γίνεται αυτονόητα δεκτό ότι οι τρίτοι υποχρεούνται να ανεχθούν την παροδική κυκλοφοριακή συμφόρηση που προκαλείται. Στην πραγματικότητα η ενόχληση, σε ορισμένο μέτρο, του γενικού πληθυσμού εντάσσεται στην ίδια τη ratio της συνάθροισης, προκειμένου να γίνει αισθητή η ύπαρξη ενός κοινωνικού, πολιτικού θέματος που απασχολεί τους συναθροισμένους (Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, γ’ έκδ. σελ. 485 επ). Θα ήταν περιττό ωστόσο να υπενθυμίσουμε και άλλη μία αδυναμία του επιχειρήματος των «αγανακτισμένων» αφού η παράγραφος 2 του ΠΔ 120/2013 (Διάταγμα Δένδια) έχει ρητή πρόβλεψη για τέτοιες περιπτώσεις «Οι συναθροίσεις διεξάγονται κατά τρόπο που δεν διαταράσσεται παρά στο μέτρο του απολύτως αναγκαίου η οδική κυκλοφορία και η κοινωνικοοικονομική ζωή της πόλης. Σε πόλεις με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων δεν επιτρέπεται η κατάληψη ολόκληρου του οδοστρώματος και η πλήρης διακοπή της κυκλοφορίας των οχημάτων από ιδιαίτερα μικρές, σε σχέση με τη σημασία της συγκεκριμένης οδού για την εξυπηρέτηση της οδικής κυκλοφορίας και της κοινωνικοοικονομικής ζωής της πόλης, συναθροίσεις…». Τότε λοιπόν ποια είναι η πραγματική αιτία κατάθεσης του σχεδίου νόμου;

Το άρθρο 11 του Συντάγματος προβλέπει το αρχαιότερο δικαίωμα συλλογικής δράσης στο ελληνικό συνταγματικό δίκαιο, το δικαίωμα της συνάθροισης, του οποίου η άσκηση ορθά μεταφράζεται σε δημόσια συμμετοχή στις διαδικασίες σχηματισμού πολιτικής βούλησης της εξουσίας (Κ. Χρυσόγονος, ανωτ, σελ. 480). Από την εποχή της δικτατορίας ισχύει το ν.δ. 794/1971 ενώ καμία κυβέρνηση της μεταπολίτευσης δεν έφερε προς ψήφιση εκτελεστικό νόμο, αφήνοντας διευρυμένα τα όρια του δικαιώματος. Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου αποπειράται μετά από 45 χρόνια δημοκρατίας να προβεί σε ρυθμίσεις- περιορισμούς, εισάγοντας αμφίβολης συνταγματικότητας νεωτερισμούς.

Το Σύνταγμα προβλέπει την απαγόρευση των υπαίθριων συναθροίσεων με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, σε δύο περιπτώσεις (άρθρο 11 παρ. 2β’): σε γενικό επίπεδο αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια και σε ορισμένη περιοχή αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Στο ν.δ. 794/1971 προβλέπονταν η θέση του «διοργανωτή» της συνάθροισης ο οποίος είχε την υποχρέωση γνωστοποίησής της στην αστυνομική αρχή 48 ώρες πριν την πραγματοποίησή της. Η γνωστοποίηση περιελάμβανε τα ατομικά στοιχεία του διοργανωτή, την ημερομηνία και ώρα της συνάθροισης, τον ακριβή τόπο, το τέρμα και την διαδρομή καθώς και τον ειδικό σκοπό της. Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου επαναφέρει το θεσμό του «οργανωτή» και την γνωστοποίηση της συνάθροισης, η οποία περιλαμβάνει τα ίδια στοιχεία που απαιτούσε και το νδ 794/1971 (άρθρο 3 παρ. 2 του ΣχΝ).

Η παράλειψη γνωστοποίησης κατά την κυρίαρχη άποψη δεν καθιστά την συνάθροιση παράνομη (Βαλάκου – Θεοδωρούδη, Το δικαίωμα της συναθροίσεως στη νομολογία, ΕΔΔΔΔ 1982, 50), η δε γνωστοποίηση στις αρχές εναπόκειται στην ευχέρεια του διοργανωτή (Μπακόπουλος, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι στο ελληνικό, γαλλικό και αγγλικό δημόσιο δίκαιο, 1995, αντίθετα Κ. Χρυσόγονος, ανωτ, σελ. 491, που τη θεωρεί θεμιτή προληπτική διατύπωση). Το Σχέδιο Νόμου (άρθρο 9 περ. ε’) δίνει στις αστυνομικές αρχές το δικαίωμα διάλυσης της υπαίθριας συνάθροισης, που βρίσκεται σε εξέλιξη, εάν πραγματοποιείται χωρίς να έχει γίνει γνωστοποίηση. Πρόκειται ξεκάθαρα για διάταξη αντισυνταγματική, αφού ορθά επισημαίνεται ότι «το δικαίωμα στη συνάθροιση δεν υπόκειται σε καθεστώς άδειας, αναγγελίας ή προληπτικού ελέγχου από τις αστυνομικές αρχές όπως γινόταν σε ανώμαλες περιόδους παλαιότερα (Σπυρόπουλος/ Κοντιάδης/ Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης, (Τσιφτσόγλου), ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 11 αρ. 12). Θυμίζουμε ότι όμοια πρόβλεψη υπήρχε και στο ν.δ. 794/1971 (άρθρο 7 παρ. 1β’), περίπτωση που θεωρήθηκε καταργημένη σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 1 του Συντάγματος (έτσι Κ. Χρυσόγονος, ανωτ, σελ. 492).

Ο «οργανωτής» πέρα από τα καθήκοντα γνωστοποίησης της συνάθροισης στις αρμόδιες αρχές (άρθρο 3 παρ. 1 ΣχΝ) αναλαμβάνει πλέον επιπρόσθετους ρόλους: Επιφορτίζεται με το καθήκον ενημέρωσης των συμμετεχόντων για την υποχρέωσή τους να μην φέρουν και να μην χρησιμοποιούν αντικείμενα πρόσφορα για άσκηση βίας, ζητεί την παρέμβαση της αρμόδιας αρχής για την απομάκρυνση τέτοιων ατόμων και ορίζει ομάδα περιφρούρησης της συνάθροισης (άρθρο 4 ΣχΝ). Ανατίθενται πλέον στον «οργανωτή» καθήκοντα αστυνομικής φύσης, ορίζεται συνεργάτης της αρμόδιας αστυνομικής ή λιμενικής αρχής με υποχρέωση συμμόρφωσης με τις υποδείξεις τους. Οι συναθροίσεις φέρουν πλέον εκ των προτέρων το στίγμα της εν δυνάμει παράνομης κινητοποίησης, την υποψία της διάπραξης αξιόποινων πράξεων. Ο «οργανωτής» και κατ’ επέκταση η συνάθροιση μπαίνει στο ασφυκτικό κλοιό του προληπτικού αστυνομικού ελέγχου και το πλάνο της συνάθροισης ουσιαστικά υποδεικνύεται από τις αστυνομικές αρχές. Την ίδια στιγμή οι κυρώσεις που απειλούνται για τον «αμελή» οργανωτή είναι εξοντωτικές: Ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στην συνάθροιση. Απαλλάσσεται μόνο αν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως για την συνάθροιση και εφόσον αποδείξει ότι είχε λάβει όλα τα πρόσφορα και αναγκαία μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή της ζημίας (άρθρο 14 παρ. 4 ΣχΝ). Η αόριστη νομική έννοια του «επαρκούς αριθμού ατόμων που παρέχουν συνδρομή στην περιφρούρηση», η αντικειμενική δυσκολία ενημέρωσης και ελέγχου όλων των συμμετεχόντων στην συνάθροιση και η παρείσφρηση προβοκατόρικων στοιχείων, που είναι αδύνατο να ελεγχθούν, μπορούν να οδηγήσουν στην επιβολή αστικών κυρώσεων οικονομικής εξόντωσης των φορέων που διοργανώνουν την συνάθροιση. Ανυπέρβλητα προβλήματα δημιουργούνται από την άκαμπτη και ισοπεδωτική απαίτηση του νομοθέτη για ορισμό «οργανωτή» και ομάδων περιφρούρησης σε συναθροίσεις ευαίσθητων κατηγοριών πολιτών όπως συνταξιούχων, ανηλίκων, ΑΜΕΑ.

«Οργανωτή» απαιτεί το σχέδιο νόμου και για τις αυθόρμητες δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις στην περίπτωση που διαφαίνονται οι κίνδυνοι που αναφέρει το Σύνταγμα (άρθρο 3 παρ. 3 ΣχΝ). Απειλεί μάλιστα στην περίπτωση μη συμμόρφωσης με περιορισμούς που θέτει η αστυνομική αρχή και του μη ορισμού οργανωτή, την διάλυση της συνάθροισης. Το χουντικό νδ 794/1971 αφορούσε μόνο τις οργανωμένες εκ των προτέρων δημόσιες συναθροίσεις και απαγόρευε τις αυθόρμητες, που προκύπτουν ως άμεση απάντηση σε κάποιο επίκαιρο γεγονός. Η θεωρία του συνταγματικού δικαίου θεωρούσε μέχρι σήμερα ότι οι αυθόρμητες συναθροίσεις απολαμβάνουν της ίδιας συνταγματικής προστασίας με τις διοργανωμένες και ότι η απαγόρευσή τους δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτή παρά μόνο εάν ανακύπτουν οι κίνδυνοι του άρθρου 11 παρ 2β Σ. (έτσι Κ. Χρυσόγονος, ανωτ, σελ. 491 επ, Σπυρόπουλος/ Κοντιάδης/ Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (Τσιφτσόγλου), ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 11 αρ. 3). Στο άρθρο 3 παρ. 3 του σχεδίου νόμου παρατηρούμε την διατύπωση «Αυθόρμητη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση που δεν έχει γνωστοποιηθεί…δύναται να επιτραπεί εφόσον δεν διαφαίνονται κίνδυνοι…». Συνεπώς το σχέδιο νόμου ξεκινάει από μια αρνητική αφετηρία: την διεξαγωγή της συνάθροισης κατά την διακριτική ευχέρεια της αστυνομικής αρχής, ακόμα και αν δεν διαφαίνονται οι κίνδυνοι του άρθρου 11 παρ. 2β’ Σ. Ήδη επισημαίνεται μια αδικαιολόγητη αρνητική αντιμετώπιση των αυθόρμητων συναθροίσεων σε σχέση με τις οργανωμένες. Πρόκειται για κραυγαλέα περίπτωση επιβολής υπέρμετρων περιορισμών καθ’ υπέρβαση των συνταγματικών ορίων.

Στο άρθρο 7 ΣχΝ ορίζονται οι περιπτώσεις που μπορεί να απαγορευτεί μία δημόσια συνάθροιση. Κι’ αν οι περιπτώσεις α’ και β’ ταυτίζονται με τις δύο περιπτώσεις απαγόρευσης που προβλέπει το άρθρο 11 παρ. 2 Σ, ερωτηματικό αποτελεί η περίπτωση γ’ που αναφέρεται σε συνάθροιση ο σκοπός της οποίας αντιτίθεται προς το σκοπό ήδη προγραμματισμένης γνωστοποιηθείσας που πραγματοποιείται ή βρίσκεται σε εξέλιξη. Μπορεί δηλαδή η μεταβολή του σκοπού της συνάθροισης, ακόμα κι’ αν δεν επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια ή σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, να οδηγήσει τις αστυνομικές αρχές σε απαγόρευση της συνάθροισης; Αποτελεί προφανώς μια ανεπίτρεπτη διεύρυνση των περιοριστικά αναφερόμενων απαγορεύσεων που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα. Οι επιφυλάξεις αυτές για την συνταγματικότητα της ρύθμισης πολλαπλασιάζονται, αν θυμηθούμε τις εργασίες της Ολομέλειας της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής (1975), όταν είχαν προβληθεί έντονες αντιρρήσεις σχετικά με τη χρήση και τυχόν κατάχρηση ακόμα και των δύο απαγορεύσεων που επιβλήθηκαν περιοριστικά στο άρθρο 11 παρ. 2 του Συντάγματος.

Εξόχως προβληματική φαίνεται και η ρύθμιση του άρθρου 7 παρ. 4 ΣχΝ σύμφωνα με την οποία «για τη λήψη απόφασης περί απαγόρευσης όπως και για την επιβολή περιορισμών…λαμβάνονται υπόψη ιδίως: α) ο εκτιμώμενος αριθμός συμμετεχόντων, β) η περιοχή πραγματοποίησής της, γ) ο βαθμός επικινδυνότητας αυτής ως προς την πιθανότητα διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων και διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής». Η ενδεικτική απαρίθμηση των λόγων που μπορούν να οδηγήσουν σε απαγόρευση ή επιβολή περιορισμών αφήνει ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στις αστυνομικές αρχές χωρίς μάλιστα να είναι εκ των προτέρων γνωστά τα κριτήρια που θα οδηγήσουν σε απαγόρευση ή περιορισμούς. Το πρώτο μάλιστα ενδεικτικά αναφερόμενο κριτήριο (ο εκτιμώμενος αριθμός των συμμετεχόντων) είναι εξόχως προβληματικό. Δίνει τη δυνατότητα στις αστυνομικές αρχές να απαγορεύσουν συναθροίσεις πολυπληθείς και ογκώδεις, οι οποίες δεν δημιουργούν κίνδυνο ούτε για την δημόσια ασφάλεια ούτε για την κοινωνικοοικονομική ζωή. Ενώ δηλαδή υποτιθέμενη αφορμή για την ψήφιση του νομοσχεδίου αποτέλεσαν οι ολιγομελείς πορείες στα κέντρα μεγάλων πόλεων που δημιουργούν προβλήματα στην καθημερινότητα των πολιτών, καταλήγει – πέρα από οποιαδήποτε συνταγματική επιταγή- σε μέσο απαγόρευσης των συναθροίσεων που λόγω του μεγάλου μεγέθους τους δεν μπορούν να ελεγχθούν επαρκώς από τις αστυνομικές αρχές.

Το άρθρο 14 ΣχΝ προβλέπει ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα τη συμμετοχή σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, η οποία έχει απαγορευτεί από τις αρμόδιες αρχές. Το άρθρο 9 του ν.δ. 794/1971 προέβλεπε ποινική ευθύνη μόνο όμως για τον οργανωτή και τους ομιλητές της συνάθροισης. Παρατηρούμε επομένως με το υπό διαβούλευση ΣχΝ μια σημαντική αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου και μία διεύρυνση των ποινικά υπεύθυνων προσώπων, στα οποία εντάσσονται πλέον όλοι οι συμμετέχοντες στην συνάθροιση.

Η αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου, επί της αρχής, φέρεται να επιδιώκει την διασφάλιση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι «εντός ενός θεσμικού πλαισίου λογικής». Παραβλέπεται προφανώς ότι η εξισορροπητική λογική και στάθμιση των αντικρουόμενων κοινωνικών συμφερόντων ανήκει προνομιακά στον συνταγματικό νομοθέτη και αποτυπώνει τους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς μιας ορισμένης περιόδου. Ο επαναπροσδιορισμός του πλαισίου της λογικής από τον ύστερο κοινό νομοθέτη μόνο ως θεσμική αναίδεια μπορεί να εκληφθεί.

Αθήνα, 5 Μαρτίου 2020.

ΠΗΓΗ: Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Read more...

Προστατευόμενοι μάρτυρες: Η πολιτική υποκρισία Ν.Δ., ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε όλο της το μεγαλείο

Αναδημοσιεύουμε από το antapocrisis.gr

 

Το παρακάτω άρθρο του Κώστα Παπαδάκη γράφτηκε ακριβώς δύο χρόνια πριν και ενώ ήταν σε εξέλιξη η δίκη της Χρυσής Αυγής. Θέτει το πρόβλημα της ανωνυμίας των μαρτύρων από τη σκοπιά των δημοκρατικών δικαιωμάτων, του νομικού πολιτισμού, των λαϊκών ελευθεριών και κατακτήσεων. Έχει σημασία γιατί η στάση των μαχόμενων δικηγόρων αλλά και γενικότερα των προοδευτικών ανθρώπων δεν πρέπει να μεταβάλλεται ανάλογα με τις σκοπιμότητες και τις ιδιοτέλειες της κάθε συγκυρίας. Σήμερα που το υπαρκτό σκάνδαλο Novartis επιχειρείται να κουκουλωθεί πίσω από τις επίσης υπαρκτές ευθύνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με την προανακριτική για τον Παπαγγελόπουλο, από διάφορες πλευρές αναδεικνύεται ως “γραμμή άμυνας” ο θεσμός των προστατευόμενων μαρτύρων. Το κείμενο που ακολουθεί είναι ισχυρότατο επιχείρημα ενάντια σε αυτή τη λογική.

Η υπόθεση Novartis επανέφερε στην επικαιρότητα το ζήτημα των προστατευομένων μαρτύρων με αποκορύφωμα, τους μεν θιγόμενους από τις καταθέσεις τους βουλευτές και στελέχη ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Ν.Δ. (μέχρι και τον αρχηγό της) να τους χαρακτηρίζουν «κουκουλοφόρους», παρότι ο θεσμός ψηφίστηκε και αναβαθμίστηκε κατ’ επανάληψη από το 2001 μέχρι σήμερα από τα κόμματά τους, η δε κυβέρνηση παρότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν αντίθετος στο θεσμό αυτό και τον είχε καταψηφίσει όλες τις φορές στη Βουλή, σήμερα στηρίζει σε αυτούς την οικοδόμηση του σκανδάλου και τον αναβαθμίζει επίσης.

Η ριζοσπαστική αριστερά και η μαχόμενη κινηματική δικηγορία, υπερασπίζοντας το νομικό πολιτισμό που είναι μέρος του πολιτικού πολιτισμού και των δημοκρατικών κατακτήσεων, δικαιωμάτων και ελευθεριών για τις οποίες χρόνια αγωνιζόμαστε οφείλουν να έχει μία ξεκάθαρη αντίθεση από θέση αρχής απέναντι στο θεσμό των «προστατευομένων μαρτύρων» σύμφωνα με τις σκέψεις που ακολουθούν.

1) Νομοθετική αναδρομή :

Με το άρθρο 9 Ν.2928/2001 (Τρομονόμος Ν. 1 με τη θέσπιση του Π.Κ. 187 περί «εγκληματικής οργάνωσης» και άλλες διατάξεις επί Κυβέρνησης ΠΑ.ΣΟ.Κ. Σημίτη και με Υπουργό Δικαιοσύνης τον Μιχ. Σταθόπουλο) προβλέφθηκε ο θεσμός των «προστατευομένων μαρτύρων» για πρώτη φορά στην Ελλάδα που μεταξύ άλλων περιείχε τη δυνατότητα να καταθέτουν υπό καθεστώς ανωνυμίας και χωρίς αυτοπρόσωπη παρουσία στο ακροατήριο αλλά εξ’ αποστάσεως, μάρτυρες που είχαν να συνεισφέρουν σημαντικά σε υποθέσεις εγκληματικών οργανώσεων κλπ.

Η ρύθμιση αυτή αποδοκιμάστηκε από όλη την αριστερά και από το σύνολο σχεδόν του νομικού κόσμου δεδομένου ότι κατάθεση χωρίς παρουσία του στο ακροατήριο και γνωστοποίηση των στοιχείων του έρχεται σε προφανή αντίθεση με την αρχή της δημοσιότητας της δίκης και της αμεσότητας της δίκης, στερεί από τους κατηγορουμένους, τους διαδίκους, το δικαστήριο και το ακροατήριο τη δυνατότητα συγκεκριμένου ελέγχου της αξιοπιστίας του και των αντιδράσεων της γλώσσας του σώματος του κατά την ώρα της εξέτασής του από τους παράγοντες της δίκης.

Εκτός αυτού τονιζόταν πάντα ότι η ανωνυμία του μάρτυρα δεν είναι δυνατόν να τηρηθεί δεδομένου ότι όσο περισσότερο συγκεκριμένη (άρα και σημαντική είναι η κατάθεσή του), τόσο περισσότερες είναι και οι πιθανότητες ταυτοποίησης του προσώπου του και άρα η ανωνυμία είναι αδύνατον να τηρηθεί.

2) Ατυχία στην πρώτη εφαρμογή

Η πρώτη εφαρμογή του θεσμού αυτού στη δίκη της 17 Νοέμβρη ατύχησε με τρόπο φαιδρό: Παρά το γεγονός ότι μεταξύ των εκατοντάδων μαρτύρων της υπόθεσης περιλαμβάνονταν δύο τέτοιοι προστατευόμενοι μάρτυρες οι οποίοι στην προδικασία είχαν καταθέσει με τους κωδικούς «Α1» και «Β1», όταν οι μάρτυρες αυτοί έλαβαν όπως και όλοι οι άλλοι κλήση για να εμφανιστούν στο ακροατήριο, δεν φρόντισε κανείς να τους απομονώσει σε κάποια ιδιαίτερη αίθουσα με αποτέλεσμα να καταλάβουν θέσεις μεταξύ των υπολοίπων μαρτύρων της δίκης στο ακροατήριο.

Έτσι κατά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων της υπόθεσης την ημέρα έναρξης της δίκης (3/3/2003) από τον Πρόεδρο της δίκης Μιχάλη Μαργαρίτη, όπως όλοι οι ονομαστικοί μάρτυρες δήλωσαν παρών και σήκωσαν το χέρι, όταν εκφωνήθηκαν οι κωδικοί «Α1» και «Β1» με μεγάλη έκπληξη οι πάντες είδαμε δύο άντρες που κάθονταν στο ακροατήριο διαδοχικά να φωνάζουν «παρών» και να σηκώνουν το χέρι τους. Η ανωνυμία καταργήθηκε στην πράξη, ενώ στη συνέχεια της δίκης οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν όπως και όλοι οι υπόλοιποι χωρίς να συνεισφέρουν τίποτα σημαντικό. Το τελευταίο αυτό δείχνει και μία υπερβολή στον τρόπο με τον οποίο οι μάρτυρες αντιλαμβάνονται και μυθοποιούν την συνεισφορά τους στη δίκη και ζητούν καθεστώς προστασίας χωρίς αυτό να αντιστοιχεί στη βαρύτητα των καταθέσεών τους.

3) Αλλεπάλληλες τροποποιήσεις Ν.Δ., ΠΑ.ΣΟ.Κ. και αχρησία στην πράξη.

Έκτοτε η διάταξη παρέμεινε σε αχρησία παρά το γεγονός ότι άλλες τρεις φορές τροποποιήθηκε διευρύνοντας το εύρος των περιπτώσεων των αδικημάτων στις δίκες για τα οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται προστατευόμενοι μάρτυρες :

Α) Με το άρθρο 42 ν. 3251/2004 (τρομονόμος ν. 2 με Κυβέρνηση Ν.Δ. Κ. Καραμανλή και Υπουργό Δικαιοσύνης Αναστ. Παπαληγούρα – θέσπιση του ΕυρωπαΙκού Εντάλματος Σύλληψης, θέσπιση άρθρου 187 Α Π.Κ. και άλλες διατάξεις) ο οποίος ενέταξε και τα αδικήματα άρθρου 187Α Π.Κ.

Β) Με το άρθρο 6 Ν.3875/2010 Κυβέρνηση ΠΑ.ΣΟ.Κ. Υπουργός Δικαιοσύνης Καστανίδης) εντάχθηκαν και άλλα αδικήματα στα οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται προστατευόμενοι μάρτυρες

Γ) Τελευταία τροποποίηση από αυτούς έγινε με το άρθρο 1 – παρ. ΙΕ-17 Ν.4254/2014 (Κυβέρνηση Ν.Δ. – ΠΑ.ΣΟ.Κ., Υπουργός Δικαιοσύνης Αθανασίου) εντάχθηκαν και άλλα αδικήματα στα οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται προστατευόμενοι μάρτυρες.

4) Η νομοθετική ομολογία της αποδεικτικής ελαττωματικότητας των «προστατευομένων»

Χαρακτηριστικό της ελλιπούς εμπιστοσύνης του νομοθέτη στη διάταξη που θέσπισε είναι ότι ήδη από την αρχική της έκδοση η διάταξη περί προστατευομένων μαρτύρων περιείχε μία αποδεικτική ρήτρα σύμφωνα με την οποία (άρθρο 9 παρ. 5 ν. 2928/2001) :

5. Αν δεν έχουν αποκαλυφθεί τα στοιχεία ταυτότητας του μάρτυρα, μόνη η κατάθεσή του δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου.

Εξομοιωνόταν δηλαδή η κατάθεση του προστατευόμενου μάρτυρα με την ενοχοποιητική κατάθεση συγκατηγορουμένου η οποία, όπως είναι γνωστό (Κ.Ποιν.Δ. 211Α), ανέκαθεν εθεωρείτο και εύλογα ως ανεπαρκές ενοχοποιητικό στοιχείο για συγκατηγορούμενο.

5) Η κατάργηση της υποχρέωσης αποκάλυψης στοιχείων μετά από αίτημα εισαγγελέα η διαδίκου

Παρόλα αυτά οι διαδοχικές νομοθετικές μεταβολές επιβεβαίωναν τις κυβερνητικές προθέσεις για περαιτέρω ενίσχυση της ρύθμισης, αφού η αρχικά θεσπισμένη υποχρέωση του Δικαστηρίου (άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2928/2001) να προβαίνει σε αποκάλυψη των στοιχείων των ανωνύμων μαρτύρων όταν τους ζητά οποιοσδήποτε διάδικος ή Εισαγγελέας μεταβλήθηκε σε δυνατότητα με την τροποποίηση του Ν. 3875/2010, έτσι ώστε και αυτό ακόμη να μην είναι υποχρεωτικό όταν ζητείται.

Η σχετική διάταξη, από

«εκτός αν ζητηθεί από τον εισαγγελέα ή από ένα διάδικο η αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος, οπότε το δικαστήριο διατάσσει την αποκάλυψη».

έγινε :

«Αν ζητηθεί από τον εισαγγελέα ή από έναν διάδικο η αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος του, το δικαστήριο αποφαίνεται αιτιολογημένα για την αποκάλυψη ή μη».

Ούτως ή άλλως η διάταξη αυτή εξαντλούσε την υποχρέωση και μετέπειτα τη δυνατότητα του Δικαστηρίου μόνο στην αποκάλυψη των στοιχείων και όχι στην διαταγή για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των μαρτύρων στο ακροατήριο. Αυτού μόνο υπήρχε υποχρέωση, αυτού μόνο καταλείπεται δυνατότητα.

6) Η στάση των συνηγόρων πολιτικής αγωγής για τους «προστατευόμενους μάρτυρες» στη δίκη της Χ.Α.

Παρόλα αυτά ο θεσμός παρέμενε σε αχρησία και τουλάχιστον σε δίκες μείζονος δημοσιότητας δεν εμφανίστηκαν «ανώνυμοι» μάρτυρες. Το θέμα τέθηκε στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής το Νοέμβρη 2017 όπου πέντε προστατευόμενοι μάρτυρες κατέθεσαν ανώνυμα στην προδικασία και κλήθηκαν στη συνέχεια στο ακροατήριο.

Πρώτοι οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής, από θέση αρχής θέσαμε το ζήτημα στο Δικαστήριο και προβήκαμε σε δημόσια έκκληση προς τους μάρτυρες αυτούς να εμφανιστούν για να καταθέσουν επώνυμα και αυτοπρόσωπα όπως όλοι οι άλλοι στο ακροατήριο, συμμεριζόμενοι παράλληλα τους φόβους αντεκδίκησής τους από τη Χρυσή Αυγή και καλώντας τους κρατικούς φορείς να αναλάβουν απέναντί τους τις ευθύνες τους.

Οι συνήγοροι υπεράσπισης της Χ.Α. απέφυγαν να προσβάλλουν την εξέταση των μαρτύρων για αντισυνταγματικότητα και για αντίθεση στις παραπάνω δικονομικές αρχές, αποδεικνύοντας ότι δεν έχουν ποιοτική διαφοροποίηση από τον θεσμό, όπως ακριβώς και εκείνοι που τον ψήφισαν : Φτάνει να εφαρμόζεται μόνο σε βάρος των αντιπάλων τους και όχι σε βάρος των ίδιων. Περιορίστηκαν να ζητήσουν από το δικαστήριο (εκ του ασφαλούς καθώς γνώριζαν ότι το δικαστήριο δεν δικαιούται να το κάνει) να τους υποχρεώσει να εμφανισθούν και όταν το αίτημά τους απορρίφθηκε, νομιμοποίησαν την εξέταση των μαρτύρων αυτών αφενός με την προσθήκη διαφόρων βελτιωτικών προτάσεων που έγιναν δεκτές από το δικαστήριο (παρουσία δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργού στον χώρο της Γ.Α.Δ.Α. από όπου τηλεφωνικά επικοινωνούσαν με το δικαστήριο και εξασφάλιση της μη παρουσίας άλλων προσώπων και της μη χρήσης συμβουλευτικών εγγράφων και σημειώσεων) και αφετέρου με την πλήρη υποβολή ερωτήσεων.

Οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής (όλοι) τηρήσαμε τη δήλωσή μας σύμφωνα με την οποία δεν θα μετείχαμε στην εξέταση των μαρτύρων αυτών, αν εξετασθούν με καθεστώς ανωνυμίας, αποδεικνύοντας ότι σεβόμαστε τις αρχές μας και δεν τις προσαρμόζουμε στα συμφέροντά μας.

Ήδη τα ονοματεπώνυμα των μαρτύρων και αρκετά προσωπικά τους στοιχεία είχαν διαρρεύσει στον τύπο πριν την έναρξη της δίκης ενώ η διαρροή συνεχίστηκε και μετά, με αποκορύφωμα όταν κατά τη διάρκεια της εξέτασής τους από την πλευρά των συνηγόρων υπεράσπισης κατονομάστηκαν τα πρόσωπά τους και έγινε αναφορά σε πληθώρα εγγράφων δηλωτικών της ταυτότητάς τους και αποκαλυπτικών προσωπικών τους στοιχείων, που πιθανότατα θα υποστηριχθούν και από έγγραφα που θα κατατεθούν στη συνέχεια. Έτσι η αυταπάτη της ανωνυμίας διαλύθηκε για ακόμα μία φορά.

Ας σημειωθεί ότι στη δίκη αυτή έχουν καταθέσει ήδη και μάρτυρες προερχόμενοι από τη «Χρυσή Αυγή», επώνυμα και με αυτοπρόσωπη παρουσία στο ακροατήριο και έχουν συνεισφέρει με αρκετά σημαντικές καταθέσεις για τα στοιχεία της υπόθεσης, ενώ πρόκειται να επακολουθήσουν και άλλοι.

7) Η πολιτική υποκρισία Ν.Δ., ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Εχουν το θράσος να μιλάνε για κουκουλοφόρους εκείνοι που δημιούργησαν και τροποποίησαν με την ψήφο τους τέσσερις φορές (2001, 2004, 2010, 2014) το θεσμικό πλαίσιο που τους παρήγαγε.

Ασφαλώς δεν φαντάζονταν ότι θα έφταναν να μιλούν έτσι για τους «προστατευόμενους μάρτυρες» όταν σε αγαστή συνεργασία τους δημιουργούσαν. Επιφύλασσαν βέβαια γιο τον εαυτό τους τον ρόλο του δήμιου και τους «κουκουλοφόρους» στην υπηρεσία του κράτους που κυβερνούσαν. Με πρώτο τότε θύμα των «κουκουλοφόρων» τη 17Ν και τους εν γένει «τρομοκράτες».

Αλλά έλα που έχει ο καιρός γυρίσματα ! Παλιά λαϊκή παροιμία, ενίοτε επιβεβαιούμενη λέει : «Οποιος σκάβει τον λάκκο του άλλου, πέφτει ο ίδιος μέσα».

8) Η πολιτική υποκρισία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Στα τρία χρόνια της, η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που τα χρόνια της αντιπολίτευσης αντιπάλευε το καθεστώς των τρομονόμων, διατηρεί όλο το αντιδραστικό οπλοστάσιό τους και κατά καιρούς έχει επιχειρήσει να το διευρύνει.

Ως προς τη συγκεκριμένη διάταξη όχι μόνο δεν την κατάργησε, παρότι νομοθετικά την άγγιξε, αλλά προχώρησε και εκείνη σε μία εποικοδομητική της τροποποίηση με το άρθρο 19 ν. 4411/2016 (έναν εκ των ονομασμένων «νόμων Παρασκευόπουλου»), το οποίο προέβλεψε τη σύσταση ειδικού φορέα που θα υλοποιεί την προστασία των μαρτύρων.

Σχετικά πρόσφατα (Αύγουστος 2017) συνέστησε νέα νομοπαρασκευαστική επιτροπή του Υπουργείου Δικαιοσύνης με αντικείμενο τη νομοτεχνική επεξεργασία της διεύρυνσης των περιπτώσεων αδικημάτων στα οποία γίνεται αποδεικτική χρήση προστατευομένων μαρτύρων.

Και βέβαια τώρα που οι «κουκουλοφόροι» πλήττουν τους πολιτικούς της αντιπάλους, δεν διστάζει να οικοδομεί σε αυτούς την πολιτική της.

Όπως είναι γνωστό, οι εξουσίες δεν έχουν αρχές. Εχουν μόνο συμφέροντα.

9) Τι σημαίνει ανώνυμοι μάρτυρες ;

Σημαίνει ότι γενικεύεται μια πρακτική η οποία ναρκοθετεί τα θεμέλια των δικονομικών ελευθεριών και εγγυήσεων.

Ανώνυμοι μάρτυρες σημαίνει αδιαφανής δίκη, διεξαγωγή της χωρίς αμεσότητα και δυνατότητα κατ αντιπαράσταση εξέτασης.

Σημαίνει ευχέρεια καταδίκης χωρίς στοιχεία και χωρίς το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να υπεραμυνθεί του εαυτού του, χωρίς κανέναν έλεγχο της αξιοπιστίας και διερεύνησης των κινήτρων του προσώπου και του περιεχομένου των καταθέσεων.

Σημαίνει κατάργηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων και ενίσχυση της αυθαιρεσίας των κατασταλτικών μηχανισμών και των δικαστηρίων απέναντι σε οποιονδήποτε κατηγορούμενο επιθυμεί.

Σημαίνει αδυναμία αυτού που παρακολουθεί τη δίκη να ελέγχει τη δικαστική εξουσία (που και αυτή με τη σειρά της είναι δέσμια ενός μάρτυρα που δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να δεί και να εξετάσει ουσιαστικά) αν σέβεται το τεκμήριο αθωότητας και αν δικάζει με συγκεκριμένες αποδείξεις. Η ίδια η λαϊκή κυριαρχία, έκφανση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα δημοσιότητας της δίκης καταργείται.

Με δόλωμα στην αρχή διάφορα «δημοφιλή» αδικήματα (τρομοκρατία, trafficking, σωματεμπορίες, σεξουαλικά αδικήματα κατά ανηλίκων), πολύ γρήγορα θα έρθει η επέκταση και η αναβάθμιση σε όλα.

Τη θέση των επωνύμων μαρτύρων θα καταλάβουν ανώνυμες εκθέσεις ειδικών αστυνομικών, χαφιέδων, πρακτόρων μυστικών ξένων και εγχώριων υπηρεσιών, «μετανοημένων», και κάθε είδους συνεργαζομένων με αυτούς, σε συνδυασμό με στοιχεία από υποκλοπές, παρακολουθήσεις, «ανακριτικές διεισδύσεις» (προβοκάτσιες), D.N.A. και άλλα παρόμοια για ποινικά, αλλά και πολιτικά και φρονηματικά αδικήματα και επικαλούμενοι λόγους προστασίας μαρτύρων, η γιατί όχι και «εθνικής ασφάλειας», θα καταμηνύουν αγωνιστές και θα επιβάλλουν στα δικαστήρια την καταδίκη τους.

Σωρεία πρακτικών που μέχρι τώρα καθιστούν καταθέσεις των αστυνομικών ανώνυμες όπως : Εξαίρεση αστυνομικών μαρτύρων από την υποχρέωση αποκάλυψης της πηγής των πληροφοριών τους κατά παράβαση του άρθρου 224 Κ.Ποιν.Δ., δήλωση των διευθύνσεων όλων των αστυνομικών στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας 173 (κτίριο Γ.Α.Δ.Α.) και όχι της πραγματικής διεύθυνσης κατοικίας τους, συχνά παράλειψη δήλωσης του βαθμού ιεραρχίας τους στην Αστυνομία κλπ, έχει προ πολλού ανοίξει το δρόμο για να συναντηθεί με τις ρυθμίσεις αυτές. Το επίπεδο άσκησης της δικαστικής εξουσίας θα επιστρέψει στην περίοδο των διαρκών στρατοδικείων, των εκτάκτων στρατοδικείων και ακόμα πιο πίσω.

Αυτό το κράτος οικοδομεί η κυβέρνηση της «πρώτης φοράς» ετοιμάζοντας την υλοποίηση της κοινωνίας Οργουελ στις δίκες. Οσο «έσκισε» τα μνημόνια, άλλο τόσο έσκισε και τους τρομονόμους.

Η υποκρισία τους ξεχειλίζει από παντού. Είμαστε σε θέση να διακρίνουμε ότι το σκάνδαλο δεν είναι οι μίζες (αυτές είναι το αιτιατό και όχι το αίτιο). Είναι η ιδιωτικοποίηση της υγείας (και όχι μόνο), η προκλητική αύξηση της κατά κεφαλήν φαρμακευτικής δαπάνης με την αγαστή συμφωνία όλων των εμπλεκόμενων κοινωνικών και πολιτικών εταίρων τα προηγούμενα χρόνια που έχει συμβάλει και αυτή στην αύξηση του ιδιωτικού και του δημόσιου χρέους, το ίδιο το δημόσιο χρέος που δεν το δημιούργησε ο ελληνικός λαός ούτε το οφείλει, αλλά το πληρώνει, όπως και τις αλλεπάλληλες ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών, τελικά ο καπιταλισμός, η κερδοσκοπία και η εκμετάλλευση. Αυτές οχυρώνονται μέσα από τους μηχανισμούς καταστολής που δημιουργούν και τις δικαστικές διαδικασίες που διαπλάθουν.

Καμία σκοπιμότητα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ανοχή στην καταρράκωση δικονομικών και συνταγματικών εγγυήσεων και υποχώρηση από την αρχή της δίκαιης δίκης. Δεν πρόκειται για αφηρημένα αστικά ιδεολογήματα, αλλά για συγκεκριμένες λαϊκές και δημοκρατικές κατακτήσεις που απειλούνται.

Δεν νομιμοποιούμε την πρόθεση του κράτους να δημιουργεί φοβισμένους ανθρώπους, όμηρους στα χέρια όποιων τους παρέχει «ασφάλεια» για να μαρτυρούν ανώνυμα. Οι κοινωνικοί αγώνες χρειάζονται αγωνιστές, πολίτες που αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους. Ας μην επιτρέψουμε στην εξουσία να τους εξαφανίσει.

Αθήνα, 12/2/2018

Πηγή: omniatv.com

Read more...

Είναι ποινικό αδίκημα η κατάληψη κτιρίου;

Είναι λογικό το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης να επικεντρώνεται στη νομιμότητα της σύλληψης των τριών μελών της οικογένειας Ινδαρέ που είχε την ατυχία η οικία της να συνορεύει με το κτίριο της κατάληψης της οδού Ματρόζου. Είναι όμως εξίσου σοβαρό και το θέμα των επιχειρήσεων για την εκκένωση των κατειλημμένων κτιρίων από αστυνομικές δυνάμεις, των οποίων (επιχειρήσεων) η νομιμότητά - δυστυχώς - δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη είτε έγιναν βάσει εισαγγελικών εντολών , είτε και με την παρουσία εισαγγελέων κατά τη διεξαγωγή τους.

Με αφορμή λοιπόν την επιχείρηση για την εκκένωση της κατάληψης της οδού Ματρόζου, τίθεται το ζήτημα αν συνιστά ποινικό αδίκημα η κατάληψη κτιρίου και κάτω από ποιές προϋποθέσεις είναι δυνατή η επέμβαση αστυνομικών δυνάμεων για την εκκένωσή του.

Κατ' αρχήν, βάσει του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την αρχή nullum crimen nulla poena sine lege “έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. “

Εν προκειμένω νόμος που να περιγράφει ως ποινικό αδίκημα την προσβολή της ιδιοκτησίας που γίνεται με κατάληψη ακινήτου δεν υφίσταται. Η πράξη αυτή είναι μεν παράνομη, καθόσον συνιστά προσβολή της νομής κατ' άρθρο 984 Α,Κ. , ωστόσο συνιστά αστική διαφορά που επιλύεται από τα πολιτικά δικαστήρια. Ο κύριος του ακινήτου που αποβλήθηκε παρανόμως έχει αξίωση απόδοσης του ακινήτου του και αποβολής του καταληψία και προστατεύεται είτε με την αγωγή της νομής (άρθρο 987 Α.Κ) είτε με τη διεκδικητική αγωγή (1094 Α.Κ). Η αποβολή του καταληψία διατάσσεται με δικαστική απόφαση και εκτελείται με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.

Το ερώτημα λοιπόν που εν συνεχεία πρέπει να μας απασχολήσει είναι βάσει ποιας ποινικής διάταξης έγινε και μάλιστα με τόσο θεαματικό – και βίαιο – τρόπο η εκκένωση της κατάληψης της οδού Ματρόζου;

Αν υποθέσουμε ότι έγινε βάσει της παρ. 1 του άρθρου 334 Π.Κ (διατάραξη οικιακής ειρήνης), τότε δυστυχώς θα πρέπει να δεχθούμε ότι υπάρχει τεράστιο έλλειμμα νομιμότητας για τους εξής λόγους:

Η διάταξη αυτή όρίζει ότι τιμωρείται όποιος εισέρχεται παράνομα ή παραμένει παρά τη θέληση του δικαιούχου στην κατοικία άλλου ή στο χώρο που αυτός χρησιμοποιεί για την εργασία του ή σε χώρο περικλεισμένο που αυτός χρησιμοποιεί. Πρόκειται για εγκληματική συμπεριφορά που προσβάλλει την προσωπική ελευθερία του ατόμου, η οποία εξειδικεύεται στο απαραβίαστο της ιδιωτικής σφαίρας και για να στοιχειοθετηθεί πρέπει η παράνομη είσοδος ή η παράνομη παραμονή να έγινε σε κατοικία προσώπου, δηλαδή σε οίκημα, στο οποίο το πρόσωπο αυτό διαμένει ή χρησιμοποιεί για την εργασία του.

Εν προκειμένω τόσο η κατάληψη της οδού Ματρόζου, όσο και οι άλλες καταλήψεις κτιρίων που εκκενώθηκαν αφορούσαν κτίρια εγκαταλελλειμένα και από χρόνια αχρησιμοποίητα από τους ιδιοκτήτες τους και συνεπώς δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, καθώς δεν υφίσταται η βασική προϋπόθεση της χρήσης των κτιρίων αυτών για τη διαμονή προσώπων.

Συμπερασματικά: Δεν συνιστά ποινικό αδίκημα η προσβολή της ιδιοκτησίας που γίνεται με κατάληψη ακινήτου . Υφίσταται σοβαρό έλλειμμα νομιμότητας, αν οι προσφατες αστυνομικές επιχειρήσεις εκκένωσης κατειλημμένων κτιρίων στηρίχθηκαν στη διάπραξη του εγκλήματος του άρθρου 334 παρ. 1 ΠΚ .

 

Στέλλα Πατρώνα

Δικηγόρος

 

 

Read more...

Η απόλυση εργαζόμενου προστατεύεται από τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη

 

Αναδημοσιεύουμε από τον ιστότοπο eleftheria.grτο άρθρο του έγκριτου συναδέλφου κ. Γιάννη Γιαγλάρα.

 

Πρόσφατη εγκύκλιος του Υπουργείου Εργασίας ως συνέχεια της τροπολογίας Βρούτση, ελαφρύνει τις υποχρεώσεις των εργοδοτών και εκτοπίζει αναδρομικά τη διάταξη Αχτσιόγλου.

Πλέον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται «νόμιμη», ακόμα και αν δεν συνοδεύεται από την αιτία, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στον Ποινικό Κώδικα.

Έτσι καταργείται η πρόβλεψη του λόγου απόλυσης που είχε ψηφιστεί τον Μάιο του τρέχοντος έτους και δεν θα αναφέρεται ο βάσιμος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου στο έντυπο Ε6 της καταγγελίας σύμβασης (πληροφοριακό σύστημα Εργάνη).

Ειδικότερα διευκρινίστηκε ότι : «1. Με την παρ. 2 (α) του άρθρου 117 του ν. 4623/2019 «Ρυθμίσεις του Υπουργείου Εσωτερικών, διατάξεις για την ψηφιακή διακυβέρνηση, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις και άλλα επείγοντα ζητήματα» (Α' 134) καταργείται το άρθρο 48 του ν. 4611/2019 «Ρύθμιση οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τη Φορολογική Διοίκηση και τους Ο.Τ.Α. α' βαθμού, Συνταξιοδοτικές Ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές

Read more...

Συνταγματική η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων λέει το ΣΤΕ

Όπως γράφαμε και παλιότερα, αφού μεσολάβησαν διάφορες πιέσεις αλλά και διευθετήσεις προς το δικαστικό σώμα, ανατράπηκε η πλειοψηφία υπέρ της αντισυνταγματικότητας. Οι θεματοφύλακες της δημοσιονομικής πειθαρχίας μπορούν να συνεχίσουν απερίσπαστοι το έργο τους.

 

 

Αναδημοσιεύουμε από το blog "ΕΥΦΟΡΗ ΠΕΔΙΑΔΑ ιδεών αγώνων πολιτισμού"

Συνταγματική η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων λέει το ΣΤΕ που έλεγε τα αντίθετα Προφανώς πολλά μεσολάβησαν

Θυμίζουμε ότι με διάφορους μνημονιακούς νόμους των ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, μειώθηκαν οι μισθοί και τα επιδόματα στο Δημόσιο, με αποτέλεσμα την εξαετία 2009 - 2015 ένας δημόσιος υπάλληλος να χάσει μέχρι και έξι μισθούς το χρόνο! Πάνω εκεί ήρθε να προστεθεί το νέο μισθολόγιο της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ (ν. 4354/2015), που επέφερε νέο πλήγμα στους μισθούς των δημόσιων υπαλλήλων ως μηχανισμός καθήλωσης και περαιτέρω μείωση των εισοδημάτων τους.

«Συνταγματικός» κρίνεται τελικά και με τη «βούλα» του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), ύστερα από τη δημοσιοποίηση της απόφασης, άλλος ένας εμβληματικός μνημονιακός νόμος που υλοποιήθηκε από προηγούμενες κυβερνήσεις και διατηρήθηκε στο ακέραιο από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, η ολοσχερής κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων.

Συγκεκριμένα, η Ολομέλεια του ΣτΕ κατά πλειοψηφία έκρινε «συνταγματικές» τις περικοπές των Δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος θερινής άδειας (13ος και 14ος μισθός) των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων, υπαλλήλων ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ κ.λπ. Η απόφαση αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια άλλη απόφαση του ΣτΕ, που έκρινε «συνταγματικό» και «νόμιμο» το πετσόκομμα της λίστας Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, και έρχεται να επιβεβαιώσει ξανά ότι όλο το αντεργατικό μνημονιακό οπλοστάσιο διατηρείται άθικτο και στη... «μεταμνημονιακή» περίοδο, ακριβώς γιατί αυτό απαιτούν η κερδοφορία και η ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου.

Ετσι η Ολομέλεια του ΣτΕ έλαβε τη νέα αρνητική απόφαση κατά πλειοψηφία, αναστρέφοντας και τις περσινές αποφάσεις της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ' Τμήματος του ΣτΕ, που είχαν κρίνει αντισυνταγματικές τις περικοπές των τριών επιδομάτων - Δώρων, που έγιναν με το νόμο 4093/2012.

Σύμφωνα με το «σκεπτικό» της απόφασης, η κατάργηση των επιδομάτων «τεκμηριώνεται επαρκώς» και πως «κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων, όπως προκύπτει:

α) από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (6.591 ευρώ) και το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα (12.637,08 ευρώ) κατά το έτος 2011,

β) από το νέο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων που θεσπίστηκε, ο βασικός μισθός των δημοσίων υπαλλήλων κυμαίνεται μεταξύ 780 (μικτά ΥΕ με βαθμό ΣΤ) και 1.092 ευρώ μικτά (ΠΕ με βαθμό ΣΤ) και γ) από τη θέσπιση νέου κατώτατου βασικού μισθού και ημερομισθίου με τον ίδιο ν. 4093/2012 (586,08 ευρώ και 26,18 ευρώ, αντίστοιχα)».

Έτσι, καταλήγει το ΣτΕ, «οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο», επιβεβαιώνοντας ότι οι κατώτεροι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα γίνονται μοχλός πίεσης στα χέρια του αστικού κράτους για τη συνολική συμπίεση των μισθών. Παράλληλα η μπακαλίστικη λογική του ΣτΕ επιβεβαιώνει ότι δεν μετατρέπουν μόνο οι καλογέροι το κρέας ψάρι. Ουδέποτε οι ίδιοι ανέχθηκαν παρόμοια λογική για τα δικά τους εισοδήματα και προνόμια. Το αλισβερίσι της εκτελεστικής με τη δικαστική εξουσία ήταν πάντα επωφελές και για τους δύο. Οι τιμητικές εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Εμείς θα θυμίσουμε το παλιό αγγλικό ρητό: Όποιος αγαπάει τα λουκάνικα και τη δικαιοσύνη πρέπει να αποφεύγει τους χώρους παρασκευής τους…

Επιβεβαιώνεται, επομένως, το εξής: Ότι καμιά ουσιαστική βελτίωση στη ζωή τους δεν πρόκειται να δουν οι εργαζόμενοι σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, αν δεν καταργήσουν με την πάλη τους όλο το αντεργατικό μνημονιακό πλαίσιο, διεκδικώντας πραγματική ανάκτηση απωλειών, σε σύγκρουση με τους στόχους και τον σχεδιασμό του κεφαλαίου, με την πολιτική της κυβέρνησης και των κομμάτων του, βάζοντας μπροστά τις δικές τους ανάγκες!

ΠΗΓΗ: Ριζοσπάστης, Πρώτο Θέμα, lifo

 

Read more...

«Όχι κι άλλες φυλακές»

Αναδημοσιεύουμε από την ιστοσελίδα "efsyn.gr"

 

«Όχι κι άλλες φυλακές»

 

Την εσπευσμένη ψήφιση των νέων Ποινικού Κώδικα και Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που εγκρίθηκαν χθες από τη Βουλή, κατήγγειλαν οι δικηγόροι Κυριάκος Καρυδάς, Ηλίας Ιωάννου, Βασίλης Παπανικολάου, Μιχάλης Ιωαννίδης και Αρης Τσαβδαρίδης, Τάσος Χριστοφιλόπουλος επισημαίνοντας ορισμένα σημεία των δύο νομοσχεδίων και τονίζοντας ότι θα φέρει την φυλάκιση περισσοτέρων στα σωφρονιστικά ιδρύματα.

Όλη η επιστολή

Προς το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά.

-Με ανησυχία διαπιστώνουμε, άγνωστο για ποιόν λόγο και ποιους εξυπηρετεί, μετά τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών και την

Read more...
Subscribe to this RSS feed