Menu
RSS

ΟΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΙ ΠΟΥ ΞΕΡΩ

Ιάκωβου Απέργη
Δικηγόρου Πειραιά

Αν ο θεός γελάει κάθε φορά που οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, αν ο χρόνος έχει την τελευταία  λέξη κάθε φορά που οι άνθρωποι ονειρεύονται κι αν η μοίρα παίζει τα δικά της  παιχνίδια με τις ζωές μας, τότε κάποια τραγική ειρωνεία πρέπει να βρίσκεται πίσω από τις δολοφονίες δύο παιδιών με το ίδιο όνομα που έφυγαν από κοντά μας τόσο πρόωρα και τόσο άδικα. Δύο παιδιών που δεν θα αλλάξουν ποτέ την ιστορία αυτού του τόπου, γιατί δεν πρόλαβαν να ζήσουν, δεν τους άφησαν να ζήσουν.

Ο Άλεξ Μιχιασβίλι δεν χρειαζόταν δεύτερη ματιά για να...........

καταλάβει κανείς ότι ξεχώριζε από όλα τα παιδιά της ηλικίας του. Το «Ρωσάκι» που εύκολα η κλειστή κοινωνία θα στιγμάτιζε και ακόμη πιο εύκολα όλο και αυξανόμενα ποσοστά λαού θα ζητούσαν σήμερα την απέλασή του, συγκέντρωνε πάνω του τόσες πολλές αρετές, τόσα χαρίσματα, που θα’ λεγε κανείς ότι δεν μεγάλωσε, γιατί δεν της άξιζε της ελληνικής κοινωνίας να μεγαλώσει μέσα σ’ αυτήν. Γιατί εμείς οι Έλληνες, μεγαλωμένοι στη μιζέρια, ερωτευμένοι με την μετριότητα, δεν μπορούσαμε να το δεχτούμε, δεν μπορούσαμε να το χωνέψουμε ότι ο Άλεξ σε παιδική ηλικία έκανε ό,τι δεν κάναμε εμείς μια ολόκληρη ζωή. Ήταν πολύ καλός για να τον αφήσουμε να υπάρχει, ένα πρότυπο ζωής που έπρεπε άμεσα να εξαφανιστεί. 
Δεν έχει καν βρεθεί η σωρός του Άλεξ, γιατί ο Άλεξ δεν έπρεπε όχι απλά να ζήσει, δεν έπρεπε καν να έχει υπάρξει, δεν έπρεπε να βρίσκεται ούτε η παραμικρή απόδειξη ότι έστω για λίγο έζησε. Πρέπει μάλιστα να καταστραφεί ακόμα και το βίντεο που τον απεικόνιζε έξω από τον φούρνο του χωρίου να ξεναγεί με τόση ζωντάνια, καθώς και το βίντεο που τον απεικόνιζε να παίζει στο πιάνο τόσο αρμονικά που θύμιζε σολίστα, ένα κλασικό κομμάτι που εγώ που έχω τα τριπλά του χρόνια ούτε καν ξέρω ποιος το’ γραψε. 
Αν στην αρχαιότητα πετούσαν τους ανάπηρους στον Καιάδα, στη σύγχρονη κοινωνία τους μεν ανάπηρους τους έχουμε στο περιθώριο να αργοπεθαίνουν, ενώ τις αξίες τις εξαφανίζουμε πολύ πιο άμεσα. Γιατί δεν μπορούμε να δεχτούμε κάποιος να ξεχωρίζει. Κι αν δεν μπορέσουμε να τον τραβήξουμε κάτω στον πάτο που βρισκόμαστε, γιατί είναι ήδη πολύ ψηλότερα από εμάς, κάνουμε τα πάντα για να τον εξαφανίσουμε. Κι έτσι, ένα απόγευμα, ο Άλεξ ξαφνικά εξαφανίζεται. 
Ακούστηκαν τα πάντα για εκείνο το έγκλημα. Δεν είναι «η κλειστή κοινωνία της Βέροιας», δεν είναι οι παιδικές συμμορίες, οι παιδεραστές και τα κυκλώματα, είμαστε όλοι εμείς που σκοτώσαμε τον Άλεξ, που δεν μιλήσαμε ποτέ σε μια τραγωδία χωρίς ύβρη, σε ένα δράμα δίχως κάθαρση. Δεν θέλαμε ποτέ να υπάρξει ο Άλεξ, γιατί ποτέ δεν ήμασταν έτοιμοι να τον δεχτούμε. 

Σάββατο βράδυ Δεκεμβρίου, με έναν πυροβολισμό στην Πλατεία Εξαρχείων πέφτει νεκρός ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, επιστρέφοντας από μια γιορτή που κατέληξε στον θάνατο. Για να είμαστε ακριβείς, επρόκειτο για την σφαίρα ενός μπάτσου που έχασε τον δρόμο της κι έπεσε πάνω σε μια αποκλίνουσα κοινωνική συμπεριφορά. Έτσι άλλωστε είπε ο με συγκλίνουσα κοινωνική συμπεριφορά Αλέξης, αυτή θα είναι και η απόφαση του δικαστηρίου. Ο Αλέξανδρος έκανε το λάθος να πάει σ’ ένα πάρτυ περνώντας τυχαία από μία πλατεία που κάποιοι τρελοί ονειρεύονται ακόμα και ζουν ελεύθερα. Το λάθος αυτό πληρώνεται μόνο με αίμα. 
Η εξουσία, για μια ακόμη φορά, έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο, η πολιτεία έκανε το καθήκον της και οι praetores urbani απέδειξαν ότι δεν θα ανεχθούν άλλους Αλέξανδρους. Και η Πλατεία στην οποία ονειρευόμασταν μετά τα βράδια μας στον Κάβουρα πρέπει να κλείσει, να γκρεμιστεί, όπως ακριβώς έκλεισε και ο Κάβουρας. Και τα όνειρά μας πρέπει να δολοφονηθούν τόσο στυγνά όσο στυγνά δολοφονήθηκε και ο Αλέξανδρος. 
Ταραχές, διαδηλώσεις, αυτοκίνητα αστυνομικών να αναποδογυρίζονται, τράπεζες να καίγονται με λιγότερο φρικτό τρόπο από αυτόν που καίνε τους μικροφειλέτες τους, βιτρίνες πολυκαταστημάτων να σπάνε. Παιδιά στους δρόμους που δεν ανέχθηκαν μια κοινωνία που δολοφονεί καθημερινά κάθε όνειρο για ζωή, να δολοφονεί τόσο απροκάλυπτα και ένα αθώο παιδί. Ευτυχώς που μέσα στις ταραχές διεσώθη το δέντρο του Κακλαμάνη, για να μπορέσει ο τελευταίος μέσα στο νέο χρόνο να κόψει όσα πεύκα απέμειναν στην Αθήνα. Οι δε αντιδράσεις με αφορμή την απροκάλυπτη δολοφονία του Αλέξανδρου και αιτίες τις καθημερινές απροκάλυπτες δολοφονίες κάθε προσπάθειας για ζωή δεν κράτησαν παρά ένα μήνα και ο Αλέξανδρος, που συμβόλιζε την αθωότητα της νεαρής ηλικίας που δολοφονείται στυγνά από έναν μπάτσο, μετά από ένα μήνα ξεχάστηκε. 

Οι Αλέξανδροι που ξέρω είναι πια νεκροί.
Τα αφιερώματα στον Άλεξ σταμάτησαν.
Οι διαδηλώσεις του Δεκεμβρίου κόπασαν κι έμεινε μόνο η απαίσια εκείνη εικόνα με τα προστατευτικά σίδερα μπροστά στα τζάμια τραπεζών και καταστημάτων στο κέντρο της Αθήνας, για να μας θυμίζει ότι κάποτε -ναι- και εμείς αντιδράσαμε για τον Αλέξανδρο και για τα όνειρά μας που σκοτώνονται έτσι απροκάλυπτα.
Κατά τα λοιπά, συνεχίζουμε όλοι να ζούμε στη μιζέρια της καθημερινότητάς μας, αυξάνοντας μέρα με τη μέρα τη μοιρολατρία μας. Άλλωστε, ο Μεγαλέξανδρος ψηφίστηκε ως ο κορυφαίος Έλληνας όλων των εποχών.
Τι ανάγκη έχουμε τους άλλους Αλέξανδρους;

Ο θεός γελούσε τον Δεκέμβρη, ξέροντας πόσο λίγο θα κρατούσαν οι διαδηλώσεις, τα όποια δάκρυα για τον Άλεξ στέγνωσαν, ο χρόνος έβγαλε από πάνω μας καθετί που θυμίζει τους Αλέξανδρους που έφυγαν, και η μοίρα συνεχίζει να παίζει καθημερινά τα δικά της παιχνίδια, σκοτώνοντας ακάθεκτη κάθε μας όνειρο.Κι όμως…
Τη στιγμή που ο χρόνος έκανε τα πάντα για να ξεθωριάσει τους Αλέξανδρους σε έναν λαό που δεν φημίζεται για την μνήμη του, τη στιγμή που η μοίρα δολοφονεί καθημερινά κάθε μας όνειρο και την ίδια στιγμή που ο θεός, άριστος μαέστρος, αφήνει τα πράγματα να ρέουν στην κατεύθυνση που αυτός επιθυμεί, γιατί μέσα στις καρδιές μας συνεχίζουν να υπάρχουν ανεξίτηλα και οι δύο Αλέξανδροι;
Ίσως γιατί ό,τι χαράζεται βαθιά μέσα στην ψυχή και τη μνήμη μας δεν ξεθωριάζει, μένει για πάντα μέσα μας, ίσως γιατί η μοίρα που συνωμοτεί με τον χρόνο, δεν μπορεί τελικά να διώξει από μέσα μας τους Αλέξανδρους.


Οι Αλέξανδροι που ξέρω δεν είναι πια νεκροί.
Όλα όσα φαίνονταν ότι θα άλλαζαν την πορεία αυτού του τόπου προς το καλύτερο δεν εξαφανίστηκαν.
Τον Άλεξ δεν θα τον βρούμε στα θεμέλια της οικοδομής που έψαχναν εκείνο το Σάββατο με τη μητέρα του δίπλα να παρακολουθεί με αναφιλητά και την αλήθεια για την σφαίρα που σκότωσε τον Αλέξανδρο δεν θα την βρούμε στις απανωτές νεκροτομές στο άψυχο σώμα του. Γιατί οι Αλέξανδροί μας με την σύντομη διακριτική παρουσία τους και την αλήθεια που χωρίς τυμπανοκρουσίες μετέφεραν είναι βιώμά μας, κομμάτι δικό μας. Και θα είναι πάντα μέσα μας, γιατί τα συναισθήματα δεν πνίγονται, τα κομμάτια μας δεν διαγράφονται, τα βιώματά μας δεν σκοτώνονται. Ό,τι έχει χαραχτεί στην ψυχή και τη μνήμη μας κανείς δεν μπορεί να το σβήσει και ποτέ δεν ξεχνίεται γιατί το κουβαλάμε.

Η σωρός του Άλεξ δεν βρέθηκε, γιατί ο Άλεξ ζει μέσα μας.
Η σφαίρα που πήρε σε μια στιγμή τη ζωή του Αλέξανδρου στην Πλατεία Ελευθερίας χτύπησε αυτόματα και την καρδιά τη δική μας. Κι είναι και η δική μας καρδιά ματωμένη, με μια πληγή που δεν θεραπεύεται από τον χρόνο.
Ό,τι έχουμε μέσα μας με κανένα μέσο καταστολής δεν πεθαίνει.
Αυτό που πνέει τα λοίσθια είναι το ψέμα με το οποίο μεγάλωσε η ελληνική κοινωνία, αυτή που αργοπεθαίνει καθημερινά είναι η ψευδαίσθηση ότι θα ζούμε για πάντα με τη μετριότητα και τη μικροψυχία.


Πίσω από τις λέξεις, πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων, πίσω από τις δολοφονίες, βρίσκεται μια εικόνα που γίνεται συναίσθημα, ένα συναίσθημα που χαράζει την ψυχή μας, μια αλήθεια που γίνεται βίωμα.
Και αρκεί μια στιγμή για να αλλάξει τη ζωή μας.
Και οι ζωές που έφυγαν είναι εδώ, μέσα μας, για πάντα εδώ.
Γιατί ό,τι χαράζει την ψυχή μας μένει εκεί για πάντα.
Και οι Αλέξανδροι που ξέρω με την αλήθεια που μετέφεραν είναι μέσα εκεί.



Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

back to top