Menu
RSS

Ο ν.4055/2012 και το σκοτεινό μέλλον της δικαιοσύνης (Μέρος Ι)

skies 2 Εδώ και καιρό έχουμε αντιληφθεί ότι η δικαιοσύνη και ο νομικός μας πολιτισμός είναι ένας από τους κύριους στόχους της μνημονιακής πολιτικής. Ως εκ τούτου, αφού τελικά δεν κατορθώσαμε να αλλάξουμε  κυβέρνηση και θα συνεχίζουμε να αλλάζουμε..... κώδικες, επιβάλλεται να ασχοληθούμε με τα νομοθετικά εκτρώματα των τελευταίων χρόνων, μεταξύ των οποίων την πρωτιά - κατά την άποψη μας -  έχει (μέχρι στιγμής) ο περίφημος νόμος 4055/2012 "περί δίκαιης δίκης" και για αρχή αντιγράφουμε από το site της Ενωσης Ελλήνων ποινικολόγων την πολύ ενδιαφέρουσα και διαφωτιστική εισήγηση του  συναδέλφου κ. Πολυχρόνη Τσιρίδη στη δημόσια συζήτηση που έγινε την Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012 στο Δ.Σ.Α με θέμα τις ποινικές διατάξεις  του σχεδίου νόμου "για τη δίκαιη δίκη και την αντιμετώπιση φαινομένων αρνησιδικίας"."

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΕΠ

(ΔΣΑ, 11/1/2012)

Πολυχρόνης Τσιρίδης,

Δ.Ν.- Δικηγόρος Πειραιώς

**********************

Η προωθούμενη νομοθετική παρέμβαση στο ουσιαστικό και δικονομικό επίπεδο είναι αποσπασματική, χωρίς να έχουν συνεκτιμηθεί μια σειρά παραμέτρων και επιπτώσεων που θα επέλθουν σε περίπτωση υιοθέτησης των προτεινόμενων μέτρων. Σημαντική μεταβολή επιχειρείται με την αναβάθμιση της ύλης που εντάσσεται στην αρμοδιότητα των πταισματοδικείων. Είναι ιδιαίτερα προβληματική και πολύ.........

αμφίβολο αν υπάρχει η αντίστοιχη υποδομή και στελέχωση, ώστε να καλύψει τις νέες δημιουργούμενες ανάγκες σε επίπεδο προδικασίας (προκαταρκτική εξέταση, προανάκρισης), κυρίως, όμως, σε επίπεδο κύριας διαδικασίας, με την προτεινόμενη μετάταξη πλημμελημάτων σε πταίσματα και την εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας. Η αντιμετώπιση από τα πταισματοδικεία αντίστοιχης καθ’ ύλην αρμοδιότητας εκδίκασης ως πταισμάτων ουσιαστικά πλημμεληματικών πράξεων, επιβάλλει την αντίστοιχη – μη προτεινόμενη και μη αντιμετωπιζόμενη – αναβάθμιση του ρόλου του δημοσίου κατηγόρου. Μόνον εισαγγελικοί λειτουργοί μπορούν να αντεπεξέλθουν στις νέες προτεινόμενες ανάγκες, ώστε, τυχόν υιοθέτηση, ολικά ή μερικά, κάποιων μέτρων, να προϋποθέτει και την αντίστοιχη στελέχωση των πταισματοδικείων με εισαγγελικούς λειτουργούς, προκειμένου να ανταποκριθούν στα νέα καθήκοντα. Συνεπώς, πρέπει να γίνουν οι αντίστοιχες τροποποιήσεις στα άρθρα 46 και 49 ΚΠΔ και να οριστούν ως αρμόδιοι λειτουργοί για τη δίωξη αυτών των «νέων» πταισμάτων και παρουσία στο ακροατήριο και αντεισαγγελέων πρωτοδικών.

Ειδικότερα, οι κυριότερες παρατηρήσεις που θα μπορούσαν να διατυπωθούν συνοπτικά και στον ελάχιστο χρόνο που επιτρέπει η διαβούλευση, είναι οι ακόλουθες:

hands_medium Α. Επί των προτεινόμενων αλλαγών Π.Κ.

Η μετάταξη ορισμένων πλημμελημάτων σε πταισματικές παραβάσεις, στην προσπάθεια αποφόρτισης της ύλης των πλημμελειοδικείων, είναι ατυχής, πρόχειρη, βεβιασμένη για πολλούς λόγους

α) Η ποινική απαξία των αδικημάτων της αυτοδικίας, απειλής, εξύβρισης και δυσφήμισης είναι δεδομένη και έχουν τα στοιχεία εκείνα που περιλαμβάνουν εγκληματικό άδικο. Η υποβάθμιση μιας τέτοιας επιχειρούμενης ποινικής αξιολόγησης δίνει το μήνυμα ότι πρόκειται για συμπεριφορές με ελάσσονα ποινική απαξία, ενώ πρόκειται για συμπεριφορές που και ποινική απαξία έχουν και συνιστούν μορφή γνήσιας πλημμεληματικής συμπεριφοράς και, πάντως, σημαντικότερες από την ηχορύπανση που αναβαθμίζεται από πταισματική σε πλημμεληματική.

β) Η υιοθέτηση αυτού του μέτρου που θα οδηγήσει στην παραγραφή ως πταισμάτων, κατ’ εφαρμογή των νέων επιεικέστερων ρυθμίσεων, κατ’ άρθρ. 2 παρ. 1 ΠΚ, είναι ιδιαίτερα ανεπιεικής για τους παθόντες αυτών των αδικημάτων.

γ) Βασικό μειονέκτημα των πταισματικών παραβάσεων είναι η βραχύτατη παραγραφή, η οποία είναι ανεπιεικής για αδικήματα τέτοιας βαρύτητας.

δ) Σε περίπτωση συρροής αυτών των αδικημάτων με άλλα πλημμελήματα, θα αναφύεται η ανάγκη χωρισμού αυτών και εκδίκασή τους από τα πταισματοδικεία, προς αποφυγή της επικείμενης παραγραφής τους, ως πταισμάτων, ενώ τα σοβαρότερα αδικήματα θα εκδικάζονται από τα πλημμελειοδικεία, με κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων.

fylakes_6 Β. Τροποποιήσεις στον ΚΠΔ

1. Η επιχειρούμενη κατάργηση της προκαταρκτικής εξέτασης, ως υποχρεωτικής επί αδικημάτων αρμοδιότητας τριμελούς πλημ/κείου, με την αιτιολογία ότι επιβαρύνει χρονικά την προδικασία και δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, αφού η ροή των υποθέσεων προς τα ακροατήρια δεν φαίνεται να διαφοροποιήθηκε και δεν επιτεύχθηκε η στοχευθείσα αποτροπή άσκησης ασκόπων ποινικών διώξεων, δεν είναι ορθή και θα οδηγήσει στην αθρόα και αβασάνιστη εισαγωγή των δικογραφιών στα ακροατήρια των πλημμελειοδικείων. Αν συνδυαστεί αυτή η μεταβολή, με την παράλληλη αλλαγή της μετάταξης σοβαρών σημερινών κακουργημάτων σε πλημμελήματα (λόγω μείωσης του ελαχίστου ποσοτικού κριτηρίου για τη διαβάθμισή τους), είναι προφανές ότι θα συμβάλει στην αβασάνιστη εισαγωγή υποθέσεων σοβαρών στα ακροατήρια, χωρίς την ύπαρξη των αναλόγων εγγυήσεων για την κίνηση της ποινικής δίωξης.

2. Η προτεινόμενη με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 46 ΚΠΔ υποχρέωση του εγκαλούντος να υποβάλει και τα διαθέσιμα σε αυτόν αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως ενόρκων βεβαιώσεων των προτεινόμενων μαρτύρων, με την αιτιολογία της διευκόλυνσης του έργου της προδικασίας και ταχείας διερεύνησης της υποβληθείσας έγκλησης, είναι προβληματική έως και επικίνδυνη, παρεισάγουσα για πρώτη φορά στην ποινική δίκη τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων με πρωτοβουλία του εγκαλούντος και μάλιστα χωρίς την κλήτευση του καθ’ ου στρέφεται η έγκληση και την παροχή σε αυτόν της δυνατότητας της εξέτασης του προτεινόμενου μάρτυρα. Η παράθεση παραδειγμάτων για το που μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια θεσμοθετημένη πρακτική παρέλκει, αφού ο καθένας μπορεί να τις αναλογιστεί.

3. Η προτεινόμενη κατάργηση της επίδοσης της απορριπτικής διάταξης στον εγκαλούντα, και δυνατότητα άσκησης από τον τελευταίο προσφυγής στον εισαγγελέα εφετών εντός τριμήνου από την έκδοση της διάταξης, δεν είναι σύμφωνη τόσο με την υποχρέωση της εισαγγελίας να επιδώσει την απορριπτική διάταξη, ώστε ο εγκαλών να λάβει υπεύθυνα γνώση της έκδοσής της, όσο και στην ανάγκη για την ταχεία εκκαθάριση της υπάρχουσας έγκλησης και την αποφυγή αβεβαιοτήτων.

4. Η προτεινόμενη κατάργηση της υποχρεωτικής αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου που θα αποφανθεί για την περάτωση της ανάκρισης και την παραπομπή ή μη του κατηγορουμένου, προβαλλόμενη μάλιστα ως τείνουσα να παραλύσει την λειτουργία της ενδιάμεσης διαδικασίας, είναι ατυχής. Παράλληλα, είναι ασυνεπής και ανακόλουθη με τις προηγηθείσες δικονομικές μεταβολές με το Ν. 3904/10 για τη λειτουργία της ενδιάμεσης διαδικασίας, αφού η υποχρεωτική εμφάνιση των συνηγόρων των διαδίκων, κατά κανόνα, προβλήθηκε ως το αντίβαρο στην κατάργηση της ουσιαστικής έφεσης και της αναίρεσης. Μετά την κατάργηση αυτών των ενδίκων μέσων, προτείνεται και η υποχρεωτική κατάργηση της αυτοπρόσωπης εμφάνισης, γεγονός που διευκολύνει τον διεκπεραιωτικό και όχι ουσιαστικό χαρακτήρα ελέγχου της παραπομπής από το δικαστικό συμβούλιο.

Στην πράξη, καταδείχθηκε ότι η αξιοποίηση της αυτοπρόσωπης εμφάνισης, έδωσε τη δυνατότητα στα συμβούλια πλημ/κών και εφετών να διευκολυνθούν στην κατανόηση των κρινομένων ζητημάτων, ουσιαστικών και νομικών, με αποτέλεσμα να υπάρξουν απαλλακτικά βουλεύματα και όχι άστοχες και εύκολες παραπομπές, γεγονός που αποτελεί ουσιαστική επιτάχυνση των ποινικών διαδικασιών και όχι επιβάρυνση του φόρτου των ακροατηρίων. Άλλωστε, η ακρόαση των συνηγόρων των διαδίκων διευκολύνει χρονικά και τη διαδικασία, αφού κατά κανόνα, οι συνήγοροι έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν συνοπτικά τις θέσεις των διαδίκων μερών ή να απαντήσουν επί ενδεχομένων αποριών και ερωτημάτων των μελών του συμβουλίου. Ο πρόσθετος φόρτος της ενδιάμεσης διαδικασίας με την αυτοπρόσωπη εμφάνιση κερδίζεται στα ακροατήρια και την αποφόρτιση της ποινικής ύλης που θα προκύψει από την έκδοση απαλλακτικών βουλευμάτων, επίλυση νομικών ζητημάτων από το Συμβούλιο ή απαλλαγή ορισμένων κατηγορουμένων και παραπομπή αυτών για τους οποίους συντρέχουν πράγματι σοβαρές ενδείξεις ενοχής.

Αυτό το θεσμικό έλλειμμα από την κατάργηση στης υποχρεωτικής αυτοπρόσωπης εμφάνισης είναι ακόμη εμφανέστερο και εντονότερο, όταν εισάγεται στο συμβούλιο το θέμα της εξακολούθησης ή παράτασης της προσωρινής κράτησης, χωρίς την ακρόαση του προσώπου, κατά του οποίου θα ληφθεί το έσχατο αυτό μέτρο δικονομμικού καταναγκασμού.

image123 5. Με το άρθρο 29 του Σχεδίου προτείνεται η εκδίκαση ορισμένων κακουργημάτων από μονομελή εφετεία κακουργημάτων, εκδικαζόμενων από Πρόεδρο Εφετών ή, όπου δεν υπάρχει αντίστοιχη δυνατότητα, από Εφέτη. Η σημαντική αυτή επιχειρούμενη μεταβολή για την εκδίκαση σοβαρών υποθέσεων επαπειλουμένων με ποινές κάθειρξης μέχρι 25 ετών από ένα μονομελές δικαιοδοτικό όργανο είναι ιδιαίτερα προβληματική και οι επιφυλάξεις που υπάρχουν είναι πολλές και έντονες. Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι η επιχειρούμενη αλλαγή με σκοπό την επιτάχυνση της εκδίκασης των κακουργημάτων, αφού απελευθερώνονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, δικαστές αγνοεί το γεγονός ότι όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες της ποινικής κακουργηματικής δίκης παραμένουν οι ίδιοι. (εισαγγελείς, γραμματείς, διαθέσιμες αίθουσες, κωλύματα συνηγόρων των διαδίκων μερών κλπ). Η κρίση για την ενοχή ή μη, καθώς και για την επιβολή της ποινής για κακουργηματικές πράξεις είναι σοβαρότερο δικαιοδοτικό έργο. Η ανάθεσή του σε έναν δικαστικό λειτουργό, εξοικειωμένο επί δεκαετίες να διασκέπτεται και έχοντα την συνευθύνη της δικαστικής κρίσης για τόσα σοβαρά ζητήματα, με δεδομένες πολλές φορές τις αποκλίσεις που υπάρχουν, οι οποίες σε ένα πολυμελές σχήμα, μετά από διάσκεψη, συγκλίνουν και καταλήγουν σε συνισταμένη κρίση, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, δεν έχει μελετηθεί και αποτελεί έναν επικίνδυνο πειραματισμό με αμφίβολα αποτελέσματα.

Η έκβαση της εκδίκασης της υπόθεσης θα αποτελεί πλέον ζήτημα τύχης, αφού είναι συχνό το φαινόμενο μειοψηφιών για την περί ενοχής ή μη κρίση, ώστε, επί μονομελούς συνθέσεως, το τελικό αποτέλεσμα να εξαρτάται από τον δικαστή που κληρώθηκε να εκδικάσει την υπόθεση. Σοβαρή αντινομία αποτελεί και το γεγονός ότι ορισμένη κατηγορία κακουργημάτων θα εκδικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια, με επταμελή σύνθεση, ενώ άλλα με μονομελή σύνθεση, έστω και αν στελεχώνονται από Πρόεδρο Εφετών, γεγονός που όντως αποτελεί ένα θεσμικό αντίβαρο, αλλά ανεπαρκές, αφού στερείται του πλεονεκτήματος που επί δεκαετίες διέθετε της συνδιάσκεψης, συναπόφασης και, τελικά, συνευθύνης για την εκφερόμενη δικαιοδοτική κρίση.

Ατυχώς, με τις προτάσεις αυτές δίνεται η εντύπωση ότι η επιχειρούμενη επιτάχυνση της ποινικής δίκης είναι περισσότερο επικοινωνιακή, παρά ουσιαστική και λειτουργική.

 

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

back to top