Menu
RSS

Σκέψεις για τη δικηγορία

rivellis1 Ευχαριστούμε πολύ τη συνάδελφο κ. Κάτια Φλισκουνάκη και δημοσιεύουμε όπως μας το έστειλε, δηλαδή με το δικό της σχόλιο στο τέλος, το άρθρο του καθηγητή κ. Κώστα Μπέη "Η δικηγορία είναι δημόσιο λειτούργημα ή ελεύθερο επάγγελμα;" το οποίο γράφτηκε και δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1979.

 

Το ενδιαφέρον του άρθρου αυτού έγκειται - κατά την άποψη μας - αφενός μεν στο ότι παρουσιάζει με ειλικρίνεια πολλά από τα προβλήματα που ταλανίζουν μέχρι σήμερα το χώρο της δικηγορίας, αφετέρου δε διότι ......

διαπνέεται από την προσπάθεια να συγκεραστεί η επίλυση των προβλημάτων του κλάδου με την καλύτερη οργάνωση και απονομή της δικαιοσύνης. Ξεκινώντας λοιπόν από τον προβληματισμό του άρθρου αυτού, απευθύνουμε τα ακόλουθα ερωτήματα και περιμένουμε απαντήσεις, ειδικά από αυτούς που μας εκπροσωπούν στα συνδικαλιστικά μας όργανα:

(α) Ποιές θα είναι οι συνέπειες της "απελευθέρωσης" - και μάλιστα σε εποχή οικονομικής κρίσης - τόσο στον χώρο της δικηγορίας, όσο και στο χώρο της δικαιοσύνης;

(β) Ποιές είναι οι κοινωνικές ανάγκες που εξυπηρετούν οι προωθούμενες "διαρθρωτικές" αλλάγές, πέρα βέβαια από το ευτράπελο επιχείρημα της κατάργησης του διπλού γραμματίου προείσπρξης για τη νομιμοποίηση συναδέλφων από άλλο σύλλογο;

(γ) Για ποιούς λόγους εγκαταλείπεται άρδην η αντιμετώπιση της δικηγορίας ως δημόσιου λειτουργήματος και με ποιό τρόπο θα βοηθήσει η "καθαρόαιμη" επιχειρηματική δικηγορία στην καλύτερη λειτουργία της δικαιοσύνης;

Η δικηγορία είναι δημόσιο λειτούργημα ή ελεύθερο επάγγελμα;

 

Ο δικηγορικός κώδικας ορίζει ότι «ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος, διοριζόμενος δια π. διατάγματος και υπαγόμενος εις πειθαρχικήν εξουσίαν». Με τη ρύθμιση αυτή ο νόμος θέλει να αποκλείσει την επιχειρηματική οργάνωση των δικηγορικών γραφείων. Δεν επιτρέπονται οι διαφημίσεις για την άγρα πελατείας, όπως επίσης απαγορεύεται η ίδρυση δικηγορικών εταιριών, με τις οποίες θα γινόταν εντονότερος ο επαγγελματικός ανταγωνισμός.

 

Άραγε αυτές οι αντιλήψεις συμβιβάζονται με τις ανάγκες που δημιουργεί η σύγχρονη δομή της κοινωνίας, τόσο στον εθνικό, όσο και στο διεθνή χώρο; Το ερώτημα αυτό πρέπει να μας απασχολήσει. Και τούτο, γιατί, αν η νομοθεσία μας δεν είναι προσαρμοσμένη στις υπάρχουσες κοινωνικές ανάγκες τότε δημιουργούνται νόθες καταστάσεις και δεν προάγεται το γενικό συμφέρον.

 

Με το πρόβλημα ασχολήθηκε η ευρωπαϊκή σύνοδος των δικηγορικών συλλόγων που συνήλθε την περασμένη βδομάδα στη Βιέννη.

 

Από τις συζητήσεις που έγιναν εκεί υπάρχουν μερικά ζητήματα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον όχι μόνο για τους Έλληνες δικηγόρους, αλλά γενικότερα για καθένα που προβληματίζεται πάνω στα κοινωνικά φαινόμενα.

 

Απ' τα παλιά χρόνια, σε όλο τον κόσμο, οι δικηγορικοί σύλλογοι ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητοι απέναντι σε ενέργειες των μελών τους που θα μπορούσαν να μειώσουν το γόητρο του δικηγορικού σώματος. Τα πειθαρχικά συμβούλια θεωρούσαν ασυμβίβαστη προς τη δικηγορική αξιοπρέπεια όχι μόνο την άγρα πελα¬τείας στους διαδρόμους των δικαστηρίων, αλλά και την απλή μνεία στα επιστολόχαρτα άλλων ιδιοτήτων του δικηγόρου, λ.χ. ότι είναι πρώην δικαστής ή εφοριακός υπάλληλος. Στο πλαίσιο των αντιλήψεων αυτών ήταν αδιανόητη η δημοσίευ¬ση στις εφημερίδες διαφημιστικών αγγελιών για δικηγορικά γραφεία.

 

Τα πράματα άρχισαν να αλλάζουν, πριν από λίγα χρόνια, όταν δυο νεαροί δικηγόροι της Αριζόνας στην Αμερική, δημοσίευσαν στον τοπικό Τύπο διαφημιστική αγγελία, με την οποία γνωστοποιούσαν στο κοινό, με πόσα δολλάρια βγάζουν το διαζύγιο, πόσα θέλουν για την υιοθεσία, πόσα για την άδεια παραμονής κλπ. Οι δικηγόροι αυτοί τιμωρήθηκαν πειθαρχικά, σύμφωνα με την καθιερωμένη δεοντολογία, όμως προσέφυγαν στα δικαστήρια και ζήτησαν να ακυρωθεί η πειθαρχική τους τιμωρία, ως αντισυνταγματική. Τελικά δικαιώθηκαν από το ανώτατο δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο δέχτηκε ότι η απαγόρευση των διαφημιστικών δημοσιεύσεων για τους δικηγόρους ήταν αντίθετη με την ελευθερία συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας που εγγυάται το Σύνταγμα σε κάθε πολίτη. Βέβαια η λύση αυτή δεν είναι πειστική, αν πάρουμε ως αφετηρία ότι ο δικηγόρος δεν είναι απλώς ελεύθερος επαγγελματίας, αλλά κυρίως ασκεί δημόσιο λειτούργημα. Και η άσκηση ενός δημόσιου λειτουργήματος δεν μπορεί να στηρίζεται στους κανόνες της εμπορικής οργάνωσης των επιχειρήσεων. Όμως η απολυτότητα του δόγματος αυτού παραβλέπει μερικές απλές αλήθειες. Δηλαδή ότι και ο δικηγόρος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προσφέρει υπηρεσίες, και μάλιστα με αμοιβή που πληρώνεται χωριστά από κάθε δέκτη των προσφερόμενων υπηρεσιών. Εξάλλου, στη σύγχρονη εποχή, όλοι οι δικηγόροι δεν προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες. Η πολυδαίδαλη νομοθετική ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων έχει κάνει αναπόφευχτη την εξειδίκευση. Κάθε δικηγόρος δεν μπορεί να έχει εποπτεία όλης της ύλης, και μάλιστα σε κλάδους που αναπτύσσονται όταν πια έχει αποπερατώσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές. Πό¬σοι δικηγόροι μπορούν λ.χ. να καυχηθούν σήμερα ότι κινούνται με άνεση στο χώρο του οικονομικού δικαίου, ή, ακόμα ειδικότερα, στο δίκαιο των εμπορικών χρηματοδοτήσεων. Μια επιχείρηση, με πολλούς υπαλλήλους, έχει ανάγκη από δικηγόρους ειδικευμένους στο εργατικό, στο φορολογικό καθώς και στο δίκαιο των κοινωνικών ασφαλίσεων. Άλλη επιχείρηση έχει ανάγκη από δικηγόρο ειδικευμένο στο δίκαιο των χερσαίων μεταφορών κλπ.

 

Η ειδίκευση στην παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών κάνει αισθητή την ανάγκη, τόσο του ενδιαφερόμενου δικηγόρου όσο και του κοινού, για ενημέρωση. Την ανάγκη αυτή αναγνώρισε ομόφωνα η σύνοδος των δικηγορικών συλλόγων στη Βιέννη. Έμεινε όμως ανοιχτό προς μελέτη το ερώτημα αν η ανάγκη της ενημέρωσης του κοινού για τις ειδικότητες των δικηγόρων θα πρέπει να ικανοποιείται με ενημερωτικούς καταλόγους που θα εκδίδουν οι δικηγορικοί σύλλογοι ή θα μπορεί να δικαιολογήσει τις ατομικές διαφημιστικές αγγελίες στον Τύπο. Η σκέψη που κυριάρχησε ήταν ότι οι ενημερωτικές αγγελίες στον Τύπο δεν πρέπει να απαγορεύονται παρά μόνο στις περιπτώσεις που είναι παραπλανητικές ή ανακριβείς, καθώς και όταν οι διαφημιζόμενες αμοιβές είναι αθέμιτες, δηλαδή κάτω από τα κατώτατα όρια που προβλέπει ο δικηγορικός κώδικας.

 

Η σταδιακή εγκατάλειψη της εικόνας του δικηγόρου ως δημόσιου λειτουργού προκαλεί το ερώτημα, ως που μπορεί να φτάσει η θεμιτή επιχειρηματική οργάνωση των δικηγορικών γραφείων. Στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες λειτουργούν ήδη από χρόνια δικηγορικές εταιρίες, οι οποίες συναλλάσσονται με την εταιρική τους επωνυμία. Στις περισσότερες χώρες οι εταιρίες αυτές έχουν αστικό χαρακτήρα. Δεν λείπουν όμως και οι καθαρώς εμπορικές εταιρίες, οι οποίες υπάγονται στη ρύθμιση του δικαίου των εμπορικών εταιριών.

 

Σε μας ο δικηγορικός κώδικας απαγορεύει την ίδρυση δικηγορικών εταιριών. Δίχως αμφιβολία η δυνατότητα δημιουργίας μεγάλων κεφαλαιουχικών δικηγορικών εταιριών θα κάνει αδύνατη την άσκηση ατομικής δικηγορίας, έτσι ώστε τα νέα παιδιά, όταν τελειώνουν τις πανεπιστημιακές τους σπουδές, να μην έχουν άλλη επαγγελματική διέξοδο από το να μπουν υπάλληλοι στις μεγάλες δικηγορικές επιχειρήσεις. Όμως, από την άλλη μεριά, και ο ισχυρισμός ότι η απαγόρευση των δικηγορικών εταιριών αποβλέπει τάχα να προστατέψει τους νέους (και άρα ασθενέστερους) δικηγόρους δεν είναι πειστικός. Ο δικηγορικός πληθωρισμός και η οικονομική κρίση που μαστίζει χρόνια το επάγγελμα αναγκάζουν τους νέους δικηγόρους να μπαίνουν ως απλοί υπάλληλοι στα γραφεία των παλιών, δίχως κατοχυρωμένη νομοθετικώς σχέση εργασίας και δίχως κατοχυρωμένο κατώτατο όριο μηνιαίου μισθού. Έχει καταντήσει ο παλιός και φτασμένος δικηγόρος να είναι ο πιο ασύδοτος εργοδότης, και μάλιστα εργοδότης συναδέλφων του. Οι ασθενέστεροι λοιπόν δικηγόροι δεν έχουν άλλο τρόπο για να συναγωνιστούν τον παλιό δικηγόρο παρά μόνο την ίδρυση δικηγορικών εταιριών, μέσα στις οποίες θα συνενώσουν τις δυνάμεις τους. Και ακριβώς αυτές τις εταιρίες απαγορεύει ο δικηγορικός κώδικας, θα μπορούσε λοιπόν κανείς να διακινδυνέ¬ψει την υποψία ότι η απαγόρευση των δικηγορικών εταιριών είχε καθιερωθεί, πριν εικοσιπέντε χρόνια, με το δικηγορικό κώδικα, για να κατοχυρώσει τα συμφέροντα των παλιών και φτασμένων δικηγόρων. Η κατάργηση της απαγόρευσης θα είναι προς το συμφέρον των νέων και ασθενέστερων δικηγόρων, αρκεί να κατοχυρωθεί νομοθετικώς η ισότιμη συμμετοχή, όλων των εταίρων δικηγορών σε κάθε εταιρία, δηλαδή με ίσα εταιρικά μερίδια, ανεξάρτητα από «ειδικά προσόντα».

 

Η αναθεώρηση της οργάνωσης των δικηγορικών γραφείων είναι αναγκαία όχι μόνο για να βγουν από την αποτελμάτωση οι νέοι και ασθενέστεροι δικηγόροι, αλλά και για να μπορέσουν να επιβιώσουν οι Έλληνες δικηγόροι, όταν θα κατακλυστεί η χώρα οπό τις ξένες δικηγορικές εταιρίες, με την ένταξη μας στις ευρωπαϊκές οικονομικές κοινότητες. Αλλά ακόμη πιο πολύ, η ορθολογική οργάνωση των δικηγορικών γραφείων θα συμβάλει αποφασιστικά στην επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης στον τόπο μας.

 

Όσο κι αν είναι οδυνηρό, πρέπει να παραδεχτούμε ότι, με τις σημερινές συνθήκες, οποιαδήποτε σοβαρή μεταρρυθμιστική κίνηση για τη γοργή απονομή της Δικαιοσύνης θα έκανε ακόμη οξύτερη την υπάρχουσα οικονομική κρίση στο δικηγορικό επάγγελμα, γιατί θα περιόριζε την έκταση των δικηγορικών εργασιών.

 

Πόσο χρόνο διαρκεί μια συνηθισμένη πολιτική δίκη στη χώρα μας; Το ερώτη¬μα αυτό τέθηκε στους δικηγορικούς συλλόγους που έλαβαν μέρος στη σύνοδο της Βιέννης.

 

Στην Ελλάδα, ξέραμε, πως, από τη μέρα που θα κατατεθεί η αγωγή, ωσότου εκδοθεί η οριστική απόφαση, χρειάζονται, κατά μέσο όρο, στην τακτική διαδικασία, 3 χρόνια. Ντραπήκαμε κι είπαμε, 2.

 

Δεν είναι απλή λεπτομέρεια αν προστεθεί εδώ ότι τρία χρόνια χρειάζονται όχι για την τελεσίδικη και εκτελεστή απόφαση, αλλά μόνο για την περαίωση της δίκης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Για να περάσει η υπόθεση κι από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (από το εφετείο) χρειάζονται άλλα δυο χρόνια. Άλλα τόσα στον Άρειο Πάγο. Κι ακόμη τρία για την αναγκαστική εκτέλεση της χρηματικής απαίτησης που επιδικάζεται, ωσότου γίνει διανομή του πλειστηριάσματος. Δηλαδή, κατά μέσο όρο, χρειαζόμαστε οχτώ με δέκα χρόνια, από τότε που θα υποβάλλουμε στο ελληνικό δικαστήριο την αίτηση για την παροχή δικαστικής προστασίας, ωσότου εξαναγκαστεί ο αντίδικος να συμμορφωθεί με τις νόμιμες υποχρεώσεις του. Και είναι φανερό ότι, και όταν ακόμη η κρίσιμη απαίτηση καταταγεί στον πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, ύστερα από τόσα χρόνια, έχει χάσει, με τον πληθωρισμό, το μεγαλύτερο μέρος της πραγματικής της αξίας.

 

Το ότι οι δίκες διαρκούν στον τόπο μας εξοργιστικά πολύ είναι γνωστό. Τόσο που να έχει πάψει πια να προκαλεί ενδιαφέρον η υπόμνηση της απαράδεχτης αυτής ανωμαλίας. Όμως, τώρα, μπροστά στις πόρτες των ευρωπαϊκών κοινοτήτων, είναι χρήσιμο, πριν μπούμε μέσα, να συγκρίνουμε τη δική μας δικαστική οργάνωση με τη δική τους.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν στη σύνοδο της Βιέννης, η πολιτική δίκη διαρκεί στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες τρεις με έξι μήνες. Και άλλους τόσους η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Σ' αυτό έχει συμβάλει βέβαια πολύ η επάρκεια δικαστών, γραμματέων, κτιρίων και τεχνικού εξοπλισμού. Όμως ακόμη πιο πολύ έχει συμβάλει ο νομοθετικός τρόπος υπολογισμού της αμοιβής των δικηγόρων. Σ' εμάς οι δικηγόροι αμείβονται ανάλογα με τις επιχειρούμενες διαδικαστικές πράξεις. Όσο πιο μεγάλο μάκρος παίρνει η διαδικασία, τόσο μεγαλύτερη είναι η αμοιβή. Στη Γερμανία ο τρόπος αυτός υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής καταργήθηκε, γιατί θεωρήθηκε η κύρια αιτία της παρέλκυσης των δικών. Εκεί τώρα, ο δικηγόρος εισπράττει αμοιβή, ανεξάρτητα από τη χρονική διάρκεια, τον αριθμό των συνεδριάσεων και τις διαδικαστικές ενέργειες που θα χρειαστούν. Η αμοιβή είναι ενιαία για όλη τη δίκη και υπολογίζεται σε ποσοστό πάνω στην αξία της επίδικης διαφοράς. Έτσι κάθε δικηγόρος έχει συμφέρον να τελειώνουν οι δίκες του σε μια συνεδρίαση, αφού με τις αναβολές δεν πρόκειται να εισπράξει μεγαλύτερη αμοιβή. Σ' εμάς είναι γνωστό το ανέκδοτο του δικηγόρου, ο οποίος, με την ίδια υπόθεση (την «καλή»), τραβώντας την σε μάκρος, σπούδασε το γιο του, πάντρεψε το κορίτσι του και σκέφτεται ήδη να την δώσει στο διάδοχο του, με προμήθεια, με την οποία θα συμπληρώσει τη φτωχή του σύνταξη!

 

θα αναρωτηθεί ίσως ο αναγνώστης: Καλά, οι δικηγόροι δέχτηκαν εκεί μια τέτοια αντιδικηγορική ρύθμιση αδιαμαρτύρητα;

 

Πως τα καταφέρνουν τώρα εκεί οι στρατιές των δικηγόρων;

 

Λοιπόν, κι εδώ έχουμε το θλιβερό προνόμιο της μοναδικότητας, σ' όλη την Ευρώπη. Η Αθήνα, με τα δυόμιση εκατομμύρια κατοίκους της, έχει έντεκα χιλιάδες δικηγόρους και εφτακόσιους συμβολαιογράφους. Η Βιέννη, με τρία εκατομ¬μύρια κατοίκους έχει οχτακόσιους δικηγόρους και πενήντα συμβολαιογράφους. Ολόκληρη η Ολλανδία, με δεκατέσσερα εκατομμύρια κατοίκους και υψηλή βιομηχανική και εμπορική ισχύ, έχει μόνο τρεις χιλιάδες δικηγόρους.

 

θα νόμιζε κανείς ότι, με τόσο λίγους δικηγόρους, δεν πρέπει να υπάρχουν αντίστοιχα αρκετές νομικές σχολές. Όμως μια τέτοια σκέψη δεν θα ήταν σωστή. Στην Ολλανδία λειτουργούν εφτά νομικές σχολές. Με μια αξιόλογη διαφορά: ότι κάθε νομική σχολή δεν έχει συνολικά περισσότερους από πεντακόσιους σπουδαστές. Σ' εμάς, το νομικό τμήμα της νομικής σχολής Αθηνών έχει φέτος 14. 208 σπουδαστές! Εξάλλου, στην Ολλανδία, μόνο το πτυχίο της νομικής σχολής δεν αρκεί για να γίνει κανείς δικηγόρος. Μετά την αποπεράτωση των γενι¬κών νομικών σπουδών στο πανεπιστήμιο, ακολουθεί τριετής φοίτηση σε ειδικές επαγγελματικές σχολές, χωριστά για τους δικηγόρους και χωριστά για τους δικαστές. Οι εξετάσεις στις σχολές αυτές, είναι πολύ αυστηρές. Αλλά το κράτος νομιμοποιείται να αξιώνει αυστηρές εξετάσεις, αφού αντίστοιχα προσφέρει την δυνατότητα σωστών και συστηματικών σπουδών.

 

Το συμπέρασμα είναι ότι μια σοβαρή μεταρρυθμιστική κίνηση για την προσαρμογή μας στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας, πρέπει να ξεκινήσει από τα θεμέλια. Και τα θεμέλια είναι η παιδεία. Στον τόπο μας δεν υπάρχει παιδεία, παρά μόνο σα σχήμα λόγου. Υπάρχουν εξετάσεις.

 

Εξετάσεις, για να γίνει κανείς δικαστής. Παρόλο που δεν προηγήθηκαν ειδικές σπουδές. Εξετάσεις για να γίνει κανείς δικηγόρος. Παρ' όλο που οι εξεταζόμενοι δε διδάχτηκαν τίποτε καινούριο από τότε που εγκατέλειψαν το πανεπιστήμιο. Εξετάσεις και εκεί, παρόλο που η πανεπιστημιακή διδασκαλία εξαντλείται σε τριάντα ως σαράντα ώρες διαλέξεων το χρόνο για κάθε μάθημα. Και το χειρότερο: Εξετάσεις, όπου το μόνο που αξιώνεται είναι η αποστήθιση ορισμών και απαριθμήσεων.

 

Έχουμε λοιπόν ακόμη μπροστά μας μακρύ και δύσκολο δρόμο, ωσότου προ¬σαρμόσουμε τους θεσμούς μας στις σύγχρονες ανάγκες της ζωής.

 

Πρωινή, 28 Φλεβάρη 1979

 

Κώστας Ε. Μπέης

 

Πιστεύετε να έχει αλλάξει κάτι μετά από τριάντα χρόνια ? Ή η πραγματικότητα που περιγράφει ο Πανεπιστημιακός δάσκαλος Κώστας Μπέης είναι η πραγματικότητα του σήμερα. Οι σκέψεις και οι προβληματισμοί που διατυπώνονται στο κείμενο αποτελούν έστω και στο ελάχιστο σκέψεις και προβληματισμούς σε κείνους που έχουν το μαχαίρι της εξουσίας για τον εκσυγχρονισμό και τις τομές που θέλουν να επιφέρουν στην άσκησή του. Απαντώντας στο ερώτημα αν η δικηγορία είναι επάγγελμα ή λειτούργημα ( όπως άλλωστε το ίδιο ισχύει και για τους γιατρούς, καθηγητές, δικαστές κλπ) θα έλεγα ότι αυτό εξαρτάται από την συνείδηση αυτού που το ασκεί και δυστυχώς σήμερα έχει νομολογηθεί ότι το νόμιμο είναι και ηθικό.

 

Πειραιάς 14-07-2010

 

Κάτια Φλισκουνάκη

 

 

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

back to top